European Guidance and Counselling Research Forum Supporting innovative counselling and guidance: building dialogue between research and practice

Skip to content.

European Guidance and Counselling Research Forum

Sections
Note: This site's content is accessible to all versions of every browser. However, this browser may not support basic Web standards, preventing the display of our site's design details. We support the mission of the Web Standards Project in the campaign encouraging users to upgrade their browsers.


Blog Entry [details and replies]

Greek Focus Group Blog :: This is the greek weblog: to record content, comment and links Weblog 78 entries 21-August-2007 6 authors
show or hide details for this item Μπορεί ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός να βοηθήσει την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασης των ατόμων με αναπηρίες [ΑμεΑ] στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα Blog Entry 0 replies 15-September-2006 Stelios Krassas
Kind:
Blog Entry
Created:
15-September-2006 14:50:47
Last Updated:
Never Modified
Author:
Stelios Krassas
Status:
visible
Ένα άτομο με αναπηρία θεωρείται, συνήθως, πως διαφέρει από το γενικό πληθυσμό (συναισθηματικά, σωματικά, νευρολογικά, ψυχολογικά, αισθητηριακά) εξαιτίας κάποιου ατυχήματος, ασθένειας, περιγεννητικών ή αναπτυξιακών προβλημάτων..., edited by Stelios Krassas.
Στέλιος Κ. Κρασσάς1

Μπορεί ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός να βοηθήσει την προοπτική
της επαγγελματικής αποκατάστασης των ατόμων με αναπηρίες [ΑμεΑ] στη
σημερινή ελληνική πραγματικότητα2


Εισαγωγή

Ένα άτομο με αναπηρία θεωρείται, συνήθως, πως διαφέρει από το γενικό πληθυσμό (συναισθηματικά, σωματικά, νευρολογικά, ψυχολογικά, αισθητηριακά) εξαιτίας κάποιου ατυχήματος, ασθένειας, περιγεννητικών ή αναπτυξιακών προβλημάτων. Στη χώρα μας, με βάση το Νόμο 2817/2000 ως άτομα με ειδικές ανάγκες θεωρούνται όσοι έχουν σημαντική δυσκολία μάθησης και προσαρμογής εξαιτίας σωματικών, διανοητικών, ψυχολογικών, συναισθηματικών και κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων. Γενικά ο όρος άτομα με ειδικές ανάγκες3 αναφέρεται σε παιδιά ή ενήλικες με ιδιαίτερες εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανάγκες. Οι μεν εκπαιδευτικές τους ανάγκες δημιουργούνται από τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν (λόγω αναπηρίας, ασθένειας, συναισθηματικής ή ψυχικής διαταραχής) στο να παρακολουθούν και να επωφελούνται πλήρως από το γενικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, οι δε κοινωνικές τους ανάγκες συνδέονται με διαταραχές της συμπεριφοράς ή συναισθηματικά προβλήματα τα οποία παρεμποδίζουν την προσαρμογή τους στο κοινωνικό σύνολο.

Είναι γεγονός πως τα άτομα με ειδικές ανάγκες - αναπηρίες [ΑμΕΑ - ΑμεΑ] συναντούν, συνήθως, εμπόδια στην εκπαίδευσή τους, στην επαγγελματική προετοιμασία τους και στην επαγγελματική τους ζωή τα οποία προέρχονται τόσο από τις ελλείψεις ή την ανεπάρκεια θεσμών και υπηρεσιών για αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών τους, όσο και από τις στάσεις του κοινωνικού συνόλου απέναντί τους (Σιδηροπούλου - Δημακάκου & Δημητρόπουλος, 1998). Λόγω αυτών των εμποδίων συνήθως νιώθουν λιγότερο επαρκή από τους άλλους, στιγμιαία ή γενικά, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν εντονότερα την προοπτική της μακροχρόνιας ανεργίας ή της μερικής απασχόλησης ή ακόμα της απασχόλησης σε εργασία χωρίς ενδιαφέρον. Το αποτέλεσμα είναι η δυσκολία ή και η αδυναμία ένταξης αυτών των ατόμων στην παραγωγική διαδικασία και η δυσκολία τους να λειτουργήσουν ως ανεξάρτητα μέλη της κοινωνίας. 'Aρα δεν μπορούμε να μιλάμε για κοινωνική ένταξη αν δεν επιτευχθεί πρώτα η επιτυχής μετάβαση (επαγγελματική αποκατάσταση) των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην αγορά εργασίας.

Η αναπηρία όμως δεν αποτελεί πάντοτε εμπόδιο. Η ιατρική προσπαθεί να θεραπεύσει ή να μετριάσει το όποιο πρόβλημα από αυτήν, οι υπηρεσίες υποστήριξης (ψυχολόγοι - σύμβουλοι επαγγελματικού προσανατολισμού - ψυχίατροι - κοινωνικοί λειτουργοί - εκπαιδευτικοί...) προσπαθούν να απομακρύνουν ή να μειώσουν τα εμπόδια που εγείρονται, ανεξάρτητα με το αν μπορεί ή όχι να απαλειφθεί η αναπηρία και συνυπολογίζοντας το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει ο άνθρωπος. Μερικοί πάντως πιστεύουν (Herr & Cramer, 1996) ότι οι άνθρωποι με αναπηρία πρέπει να θεωρηθούν ως ομάδα με μειονεξίες εξετάζοντας τα όποια προβλήματα ή ειδικές ανάγκες τους όχι μόνο από τη μεριά της αναπηρίας αυτής καθαυτής αλλά κυρίως από τις κοινωνικές της επιπτώσεις.

Στατιστικώς, σε διεθνές επίπεδο (Herr & Cramer, 1996), ένα 10% του πληθυσμού μιας χώρας αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα τα οποία βαρύνουν ή περιορίζουν ή διαφοροποιούν τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές επιλογές των ανθρώπων με αναπηρίες. Σε μια κοινωνία που αυτοπροσδιορίζεται ως αναπτυσσόμενη ή αναπτυγμένη η αναζήτηση του πολιτικώς ορθού πρέπει να μπορεί να δίνει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλα τα μέλη της.

Τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας τα θέματα αυτά αντιμετωπίζονται με κάποια ευαισθησία. Οι συμπολίτες μας ανάπηροι και με ειδικές ανάγκες έχουν τύχει κάποιας προσοχής, τουλάχιστο σε θεσμικό επίπεδο. Παράλληλα υπάρχει μια προσπάθεια για απάλειψη ιδιαίτερα φορτισμένων όρων όπως: κωφοί, τυφλοί, ανώμαλοι, καθυστερημένοι κ.ά.

Επαγγελματική ανάπτυξη ατόμων με αναπηρίες

Πάντοτε, ιστορικά, αλλά πολύ περισσότερο στη σημερινή εποχή, οι άνθρωποι που δεν ανήκουν σε υψηλά κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επαγγελματική τους αποκατάσταση έστω και αν έχουν υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Όπως όμως προαναφέρθηκε, είναι σύνηθες οι άνθρωποι με αναπηρίες να συναντούν ειδικές δυσκολίες στην επαγγελματική τους ανάπτυξη αν και πρέπει να επισημανθεί πως υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις σε αυτήν την πορεία ανάλογα με το είδος ή το βαθμό της όποιας αναπηρίας. Στην πραγματικότητα μάλιστα υπάρχουν έντονες διαφοροποιήσεις ακόμα και μεταξύ ανθρώπων με την ίδια αναπηρία όπως και μεταξύ των αναπήρων και των προσώπων του γενικού πληθυσμού.

Σίγουρα οι ανάπηροι έχουν συγκεκριμένες δυσκολίες και εμπόδια τα οποία λιγοστεύουν τις επιλογές σταδιοδρομίας τους (ανάμεσα στο πλήθος των υπαρχόντων εκπαιδευτικών και επαγγελματικών διεξόδων) καθώς η αναπηρία, πολλές φορές, μπορεί να είναι περιοριστική για την εκπαίδευση, κατάρτιση ή εξάσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος.

Οι άνθρωποι με αναπηρίες αντιμετωπίζονται όμως και με καχυποψία από τους εργοδότες ή πιθανή προκατάληψη από εκπαιδευτικούς και συμβούλους επαγγελματικού προσανατολισμού. Αναμφίβολα υπάρχει ο κίνδυνος του στιγματισμού ο οποίος επηρεάζει την αντιμετώπιση των προβλημάτων των ανάπηρων αν και η όποια τέτοια αντιμετώπιση συνδέεται και με το είδος της αναπηρίας (π.χ. νοητική υστέρηση - δυσλεξία ή αντιμετώπιση εργοδοτών απέναντι σε σωματικά και ψυχικά ανάπηρα πρόσωπα).

Τέτοιες στάσεις ή απόψεις δείχνουν πια να εξομαλύνονται καθώς πολλές στερεοτυπικές αντιλήψεις μας αλλάζουν από την κοινωνική επαφή των αναπήρων με το γενικό πληθυσμό και το άνοιγμα της κοινωνίας για την υποδοχή κάθε συνανθρώπου μας. Σημαντικό είναι να μπορέσουμε, στο πλαίσιο της ένταξης των συμπολιτών μας με αναπηρίες - ειδικές ανάγκες, να μπούμε στη θέση τους (ένα παιχνίδι ρόλων σε μια σχολική τάξη θα είναι πολύ χρήσιμο για να δουν τα παιδιά τον εαυτό τους στη θέση του συμμαθητή τους που κινείται π.χ. με αναπηρικό αμαξίδιο ώστε να συνειδητοποιήσουν την προσπάθεια που αυτός καταβάλλει για να παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο της γειτονιάς του).

Οι λαθεμένες αντιλήψεις που έχουμε σχηματίσει ως κοινωνία (στερεότυπα) σίγουρα δε βοηθούν την πορεία επαγγελματικής ανάπτυξης των ανάπηρων. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να οδηγήσουν (τους ίδιους τους ανάπηρους και τους γονείς - εκπαιδευτικούς - συμβούλους ΣΕΠ): α) σε πρόωρους αποκλεισμούς σταδιοδρομίας των ανθρώπων με αναπηρίες (λιγότερες ευκαιρίες εξερεύνησης - πληροφόρησης επαγγελματικών χώρων, απόρριψη επαγγελματικών επιλογών κ.ά.), β) σε δυσκολίες στη λήψη απόφασης (οι ανάπηροι έχουν λιγότερες ευκαιρίες να καλλιεργήσουν τη διαδικασία λήψης απόφασης), γ) χαμηλή αυτοεκτίμηση (αρνητική αντιμετώπιση από την κοινωνία οδηγεί σε στερεότυπα τα οποία δημιουργούν στους ανάπηρους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες χαμηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης).

Κάθε αναπηρία έχει τα δικά της δεδομένα που σχετίζονται με την επαγγελματική ανάπτυξη του ατόμου. Στην προσπάθειά μας για επαγγελματικό προσανατολισμό ΑμεΑ, οι σύμβουλοι, επικεντρωνόμαστε τα τελευταία χρόνια στη μετάβαση έναν όρο και μία έννοια που καταδεικνύει τη σπουδαιότητα παροχής βοήθειας στον άνθρωπο ώστε να καταστεί ικανός να εντάσσεται στο κοινωνικό, οικονομικό και εργασιακό πλαίσιο στο οποίο διαβιεί αυτόνομα, με τις δικές του δυνάμεις.

Επαγγελματική Συμβουλευτική ΑμεΑ

Πώς μπορούν οι σύμβουλοι επαγγελματικού προσανατολισμού να βοηθήσουν έναν άνθρωπο με αναπηρίες - ειδικές ανάγκες, μέσα από τους περιορισμούς που τίθενται από αυτές, σε μια σωστή επαγγελματική σταδιοδρομία; Τι γίνεται με το ΣΕΠ;

Κατά πρώτο, για να αντιμετωπισθούν τα θέματα επαγγελματικής συμβουλευτικής ΑμεΑ, απαιτείται η παροχή ειδικών υπηρεσιών, καθώς και κατάλληλες διευθετήσεις, για την εκπαίδευση, κατάρτιση και απασχόληση. Η παροχή βοήθειας με τη μορφή δραστηριοτήτων Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΣΕΠ) είναι ζωτικής σημασίας. Στο πλαίσιο λειτουργίας του ΣΕΠ χρειάζεται η εκπόνηση προγραμμάτων:

  • εκπαιδευτικής και επαγγελματικής πληροφόρησης,
  • συμβουλευτικής στήριξης για λήψη εκπαιδευτικών και επαγγελματικών αποφάσεων,
  • απόκτησης δεξιοτήτων μετάβασης στην αγορά εργασίας,
  • κατάρτισης των στελεχών ΣΕΠ σε θέματα αναπηρίας,
  • ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εργοδοτών.

Οι δεξιότητες που ένας άνθρωπος με αναπηρίες - ειδικές ανάγκες χρειάζεται αλλά και οι ανάγκες που έχει στην εκπαιδευτική και επαγγελματική του πορεία εντοπίζονται:

  • Σε δεξιότητες ή δυνατότητες μετακίνησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης με βάση τις προϋποθέσεις της αναπηρίας (π.χ. κίνηση με χρήση αναπηρικού αμαξιδίου, χρήση βοηθημάτων).
  • Σε δεξιότητες χρήσης και χειρισμού εργαλείων και μηχανών.
  • Στην ικανότητα να καθίσταται συνεργατικός και παραγωγικός συμβαδίζοντας με τις απαιτήσεις του προγράμματος της εργασίας του.
  • Στη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετείται, σε επίπεδο υγιεινής, στο χώρο της εργασίας.
  • Στην ανάγκη παροχής κινήτρου διατήρησης μιας εργασιακής θέσης αλλά και κινήτρου - δυνατότητας εξέλιξης.
  • Στο να αναπτύξουν ένα αίσθημα ευχαρίστησης και ασφάλειας (έννοια του ανήκειν) για την εργασία.
  • Στο να νιώσουν πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ενδιαφέρονται γι' αυτούς αλλά και να ενδιαφερθούν οι ίδιοι για συναδέλφους τους.
  • Στο να νιώσουν αυτοπεποίθηση από επιβράβευση χωρίς να τους χαρίζεται κάτι αλλά για την αξία τους.
  • Στην τόνωση της αυτοεκτίμησής τους και την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους.
  • Στην ανάγκη να νιώσουν την κοινωνική αποδοχή της αναπηρίας τους.

Στη συμβουλευτική διαδικασία οι σύμβουλοι ακολουθούν τα παρακάτω βήματα:

Στάδιο Α': Αναγνώριση

Στόχος του συμβουλευόμενου - αναγνώριση του προβλήματος

Πρώτο στάδιο στη συμβουλευτική διαδικασία είναι η αναγνώριση του σκοπού - στόχου, του προβλήματος που θέτει ο μαθητής, η αποσαφήνισή του και η συγκεκριμενοποίησή του. Είναι σημαντικό να τονίσουμε σ' αυτό το σημείο ότι, τουλάχιστο θεωρητικά, η συμβουλευτική για ΑμεΑ δεν διαφέρει από τη διαδικασία που ακολουθείται για οποιοδήποτε άτομο του γενικού πληθυσμού. Σε πρακτικό επίπεδο πάντως αυτό δεν είναι απολύτως αληθές, γιατί ένα άτομο με αναπηρία παρουσιάζει μοναδικά θέματα που δεν εμφανίζονται κατά την εξάσκηση συμβουλευτικής στο γενικό πληθυσμό. Στη φάση αυτή ο σύμβουλος θα πρέπει να γνωρίζει και να παραδέχεται τα όριά του (π.χ. γνώση της συγκεκριμένης αναπηρίας) και να επιδεικνύει θετική θεώρηση στο συμβουλευόμενο. Αυτό σημαίνει ότι ο σύμβουλος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στον συμβουλευόμενο ως ενήλικα ανεξαρτήτως της σοβαρότητας της αναπηρίας του, να κάνει χρήση λεξιλογίου και τεχνικών ανάλογων με την ηλικία του συμβουλευόμενου, να δίνει έμφαση στις δυνατότητες του συμβουλευόμενου και να σέβεται τις αρχές και αξίες του.

Συγκεντρώνοντας πληροφορίες για τον συμβουλευόμενο

Στην προσπάθεια να αναπτύξουμε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο βοήθειας - συνεργασίας είναι σημαντικό να συγκεντρώσουμε όσο πιο πολλές πληροφορίες μπορούμε για τη συγκεκριμένη κατάσταση του συμβουλευόμενου (Herr & Cramer, 1996). Για παράδειγμα το να ρωτήσουμε πώς βλέπει τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο μπορεί να παράσχει ένα σημαντικό στοιχείο για την εκκίνηση της διαδικασίας επαγγελματικής ανίχνευσης. Μια άλλη ερώτηση, που προσιδιάζει σε ΑμεΑ, συνδέεται με τα προσωπικά και περιβαλλοντικά όρια - φραγμούς ή περιορισμούς μέσα στους οποίους είναι αναγκασμένος να λειτουργεί ο ανάπηρος. Οι απαντήσεις σε αυτήν την ερώτηση μπορούν να δώσουν στο σύμβουλο στοιχεία για τις πρώιμες δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει ο συμβουλευόμενος συμπεριλαμβανομένων και των περιορισμών στις εμπειρίες ζωής, στα συναισθήματα μειονεξίας - εξ' αιτίας κοινωνικών ή άλλων διακρίσεων - ή αποτυχίας, εξ' αιτίας της εκπαίδευσης και των ανεδαφικών επαγγελματικών σχεδιασμών. Μια τρίτη δέσμη ερωτήσεων τέλος, σημαντική για ΑμεΑ, σχετίζεται με τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Με το να ρωτήσουμε απλά το συμβουλευόμενο πώς αποφασίζει σε κάποια ζητήματα μπορούμε να πληροφορηθούμε για το πώς αποφασίζει και πώς σχεδιάζει το μέλλον του (Gyspers κ.ά., 1998).

Κατανοώντας και υιοθετώντας τη συμπεριφορά του συμβουλευόμενου

Στο τέλος του πρώτου αυτού σταδίου της συμβουλευτικής διαδικασίας κατανοούμε και υποθέτουμε τις ενδεχόμενες συμπεριφορές του συμβουλευόμενου. Με το να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για τις απόψεις του συμβουλευόμενου (Δημητρόπουλος, 1998), τους προσωπικούς και περιβαλλοντικούς φραγμούς - όρια και τη διαδικασία λήψης απόφασης, ο σύμβουλος και ο συμβουλευόμενος είναι έτοιμοι να προβούν σε υποθέσεις για το πώς αυτές οι πληροφορίες σχετίζονται με τη διαδικασία επαγγελματικής ανάπτυξης. Η αναγνώριση της συγκεκριμένης αναπηρίας συνδεόμενης με πολλούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένων των συσχετίσεων του οικογενειακού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού περιβάλλοντος) είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στο να εστιαστούν οι δράσεις του συμβούλου και του συμβουλευόμενου.

Στάδιο Β': Επικέντρωση

Επίλυση του σκοπού - προβλήματος του συμβουλευόμενου

Κατά το στάδιο αυτό ο σύμβουλος και ο συμβουλευόμενος αναλαμβάνουν δράσεις που ξεκινούν με την ενθάρρυνση θετικών επαγγελματικών διεξόδων, αναγνώριση συγκεκριμένων επαγγελματικών στόχων, σχεδιασμό κατάλληλων βημάτων για τον προγραμματισμό και την επιτυχία των στόχων που τέθηκαν.

Αναλαμβάνοντας δράση

Η συμβουλευτική σταδιοδρομίας για ΑμεΑ, όπως και για τα άτομα του γενικού πληθυσμού, είναι καλό να εισέρχεται στη διαδικασία δράσης χρησιμοποιώντας τα δεδομένα της θεωρίας της συμβουλευτικής καθώς και τις διαδικασίες βοήθειας των εργαλείων αξιολόγησης. Είναι σημαντικό, όπως προαναφέραμε, να θυμόμαστε πως στην προσέγγισή μας στη συμβουλευτική των ΑμεΑ πρέπει να συμπεριφερόμαστε στα άτομα ως ενήλικες, χρησιμοποιώντας την κατάλληλη - ανάλογη με την ηλικία - φρασεολογία δίνοντας έμφαση στις δυνατότητές τους και σεβόμενοι τις αρχές και τις αξίες τους. Για παράδειγμα ένας νέος 17 ετών που αναζητεί βοήθεια στην μετάβαση στο χώρο της εργασίας μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς εξ' αιτίας μιας νοητικής υστέρησης. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να συμπεριφερθούμε στο άτομο όπως σε οποιονδήποτε νέο των 17 ετών σεβόμενοι τους σκοπούς του και λειτουργώντας με τις προϋποθέσεις που θέτουν οι ανάγκες του. Από την άλλη μεριά η διαδικασία αυτή πρέπει να εξατομικεύεται τόσο ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις ανάγκες, επιθυμίες, ικανότητες και αδυναμίες του.

Οι διαδικασίες εκτίμησης - αξιολόγησης μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε τις δυνατότητές του και την πορεία βελτίωσής τους. Βέβαια τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσουμε πρέπει να είναι σταθμισμένα και στον ανάλογο πληθυσμό. Η αξιολόγηση ενός ατόμου με νοητική υστέρηση από ένα εργαλείο π.χ. επαγγελματικών ενδιαφερόντων που έχει σταθμιστεί μόνο σε άτομα του γενικού πληθυσμού μας είναι άχρηστη.

Τέλος πρέπει να γνωρίζουμε ότι η αναπηρία του συμβουλευόμενου έχει αντίκτυπο στην οικογένεια, τους φίλους και άλλα άτομα που μπορούν να είναι χρήσιμα στη συμβουλευτική διαδικασία. Κατά το παρελθόν πολλοί σύμβουλοι παράβλεπαν τη σπουδαιότητα αυτών των συσχετίσεων. Είναι καλό λοιπόν να προσπαθήσουμε να συμπεριλάβουμε στη συμβουλευτική διαδικασία ένα μέλος της οικογένειας ή ένα φίλο για να επεκτείνουμε τη βοήθεια πέρα από τις συναντήσεις με το συμβουλευόμενο. Το να εμπλακεί ένας «σημαντικός άλλος» μπορεί να είναι ένα κρίσιμο στοιχείο στη συμβουλευτική διαδικασία.

Ανάπτυξη στόχων σταδιοδρομίας, σχεδίων και δράσεων

Στην επαγγελματική συμβουλευτική η επιτυχία των στόχων απαιτεί ουσιαστική συμμετοχή του ενδιαφερόμενου σε όλη τη διαδικασία. Όταν αναπτύσσουμε επαγγελματικούς στόχους οι ανάπηροι πρέπει να ενθαρρύνονται να αναλάβουν την ευθύνη για τη συγκέντρωση πληροφοριών που αφορούν το άτομό τους, τα επαγγέλματα και την αγορά εργασίας, να δημιουργούν και να αξιολογούν εναλλακτικές λύσεις, να παίρνουν αποφάσεις και να καταστρώνουν σχέδια δράσης, να θέτουν σε εφαρμογή σχέδια σταδιοδρομίας και να αξιολογούν τα αποτελέσματά τους.

Ο σύμβουλος μπορεί να παρέμβει ποικιλοτρόπως στο να βοηθήσει στην επιτυχία των σκοπών του ατόμου. Οι παρεμβάσεις μπορούν να περιλαμβάνουν συστήματα σχεδιασμού σταδιοδρομίας, εργαλεία αξιολόγησης, workshops και ειδικά σχεδιασμένα για ΑμεΑ portfolios. Παρεμβάσεις που αφορούν θέματα μετάβασης από το σχολείο στην αγορά εργασίας, προγράμματα τοποθέτησης στην αγορά εργασίας, συνεργατική εκπαίδευση, σχολικούς συνεταιρισμούς ή δημοτικές επιχειρήσεις μπορούν να φανούν χρήσιμες. Δύο κύριες ενταξιακές προσεγγίσεις είναι χρήσιμες στη συμβουλευτική για ΑμεΑ. Μία από αυτές είναι η εργασία σε προστατευμένο περιβάλλον που παρέχει υποστήριξη και επιτρέπει σε άτομα με σοβαρές αναπηρίες να εργαστούν (Gyspers κ.ά., 1998). Μία δεύτερη είναι η δυνατότητα να προσαρμοστούν οι εργασιακοί χώροι στις ιδιαίτερες - ειδικές ανάγκες των ΑμεΑ ώστε να αρθούν οι φραγμοί που περιορίζουν την προσπέλαση των ατόμων αυτών στους εργασιακούς χώρους. Οι δύο προσεγγίσεις μπορούν να βοηθήσουν το σύμβουλο στο να ανακαλύψει ρεαλιστικές επαγγελματικές προοπτικές. Βέβαια επειδή τα ΑμεΑ είναι ετερογενής ομάδα καμία προσέγγιση δεν μπορεί να είναι αμιγής ή να γενικευθεί. Γι' αυτό, όπως με όλους τους συμβουλευόμενους, πρέπει να έχουμε μια εκλεκτική προσέγγιση με βάση τις ανάγκες του κάθε ατόμου, αίροντας τους φραγμούς, επεκτείνοντας τον ορίζοντα του κάθε ατόμου και στηρίζοντάς το στη μετάβαση στο χώρο εργασίας.

Στάδιο Γ': Αξιολόγηση

Όπως ήδη αναφέρθηκε η ενεργός συμμετοχή του ατόμου είναι το κλειδί στην επιτυχία των σκοπών της συμβουλευτικής διαδικασίας. Ένα σημαντικό ζήτημα που αναδύεται περαιώνοντας τη διαδικασία είναι αν όντως ενεργοποιήθηκε ο συμβουλευόμενος:
  • στη συγκέντρωση των πληροφοριών,
  • στη δημιουργία εναλλακτικών λύσεων και την αξιολόγησή τους,
  • στο σχηματισμό σχεδίου δράσης.

Η επιτυχία μας εξαρτάται από το τι θα απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα. Σημαντικό στοιχείο επίσης είναι οι διαδικασίες μεταπαρακολούθησης της πορείας του ατόμου μετά το πέρας της συμβουλευτικής διαδικασίας. Η επιτυχία στους σκοπούς του συμβουλευόμενου εξαρτάται από την ικανότητα που θα αποκτήσει στο να απευθύνεται στις πηγές πληροφόρησης. Αυτό μπορεί να το διδάξει ο σύμβουλος. Οι συμβουλευόμενοι που καταφέρνουν να χρησιμοποιούν τα δεδομένα της κοινότητας που ζουν μεταφέρουν την εμπειρία της συμβουλευτικής στο πεδίο της ζωής.

Εκπαίδευση - κατάρτιση - προσανατολισμός ΑμεΑ

Δυστυχώς η μέχρι σήμερα πραγματικότητα για την απασχόληση των ΑμεΑ είναι απογοητευτική. Πολλοί ανάπηροι είτε είναι άνεργοι είτε υποαπασχολούνται. Οι όποιες προοπτικές απασχόλησης σκοντάφτουν για τα ΑμεΑ σε ένα σύνολο περιορισμών στην εμπειρία και στη λήψη απόφασης. Επίσης, στο κοινωνικό σύνολο, επικρατεί η στερεότυπη αντίληψη ότι αν κάποιος είναι ανάπηρος αυτόματα είναι και ανίκανος να εργαστεί (Κρασσάς, 2000). Έτσι τα ΑμεΑ νιώθουν κοινωνικό παραγκωνισμό και αποθάρρυνση (Σιδηροπούλου - Δημακάκου & Δημητρόπουλος, 1998). Είναι λοιπόν ουσιαστική η ανάγκη για βελτίωση της παρεχόμενης συμβουλευτικής σταδιοδρομίας μέσω μιας προσέγγισης με την οποία τα ΑμεΑ να μπορούν να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες αλλά και οι σύμβουλοι να αναπτύξουν τεχνικές και δεξιότητες με τις οποίες να είναι ικανοί να βοηθήσουν στην επίλυση των προβλημάτων των αναπήρων (Δημητρόπουλος, 1998). Παρόλα αυτά τα άτομα με αναπηρίες, όταν τους δοθεί η δυνατότητα να εργαστούν, διαπρέπουν στους διάφορους τομείς που απασχολούνται. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα των ΑμεΑ που έχουν καταφέρει να έχουν μία αξιοζήλευτη επαγγελματική παρουσία ή και κοινωνική - πολιτική παρουσία.

Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ΑμεΑ ως προς την ένταξή τους στην αγορά εργασίας αφορά τη συγκέντρωση πληροφοριών για το άτομό τους, τα επαγγέλματα και την αγορά εργασίας (Drummond & Ryan, 1995). Επίσης α) έχουν έντονη ανασφάλεια, εξαιτίας των μικρών έως ανύπαρκτων εμπειριών τους στον επαγγελματικό χώρο, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής τους σε προστατευμένο ή οικογενειακό πλαίσιο, β) έχουν αδυναμία ικανοποιητικής και με ίσους όρους ένταξης στο εργατικό δυναμικό και την αγορά εργασίας, παρά το γεγονός ότι πολλά άτομα έχουν αξιόλογα επαγγελματικά προσόντα, γ) αντιμετωπίζουν προκαταλήψεις και απομόνωση από το κοινωνικό σύνολο, δ) αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην πρόσβαση στους εργασιακούς χώρους αφού, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει η κατάλληλη υποδομή για να αντιμετωπιστούν οι ειδικές ανάγκες τους (για παράδειγμα τα κτίρια, πολλά μέσα μεταφοράς ή οι δρόμοι δεν έχουν προσβάσεις για τους κινητικά ανάπηρους, στους τυφλούς και κωφούς δεν παρέχονται ειδικά βοηθήματα - εξοπλισμός που θα βοηθούσε την αδυναμία όρασης ή ακοής κ.ά.).

Με αυτά τα δεδομένα τα άτομα με αναπηρίες / ειδικές ανάγκες είναι αναγκασμένα, έστω και μετά από διαδικασίες εκπαίδευσης, κατάρτισης και επαγγελματικής συμβουλευτικής να ακολουθούν ή να προσανατολίζονται σε μικρό εύρος επαγγελμάτων που έχουν λίγο να κάνουν με τις αξίες ή τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές τους, αναγκαζόμενα να επιλέξουν αυτά τα οποία προσφέρονται από κοινωνικούς ή προνοιακούς φορείς. Ακόμα και σήμερα η διεθνής πρακτική βασίζεται στη δημιουργία προστατευμένων εργαστηρίων για την επαγγελματική αποκατάσταση (Herr & Cramer, 1996) ενώ επίσης έχουν καθιερωθεί οικονομικές παροχές σε εργοδότες για την πρόσληψη και απασχόληση των ΑμεΑ.

Παράλληλα τα παιδιά με αναπηρίες - ειδικές ανάγκες είναι ευάλωτα ή ακολουθούν (ειδικά αν η αναπηρία υπάρχει από τη γέννηση ή σε μικρή ηλικία) και τις γονικές επιλογές ή αυτές που σχετίζονται και με την κοινωνική τους θέση (Isaacson & Brown, 1993). Έχει αποδειχτεί ότι τα άτομα που έγιναν στην ενήλικη ζωή ανάπηρα τείνουν να επιλέξουν επάγγελμα που προσιδιάζει στις προ της αναπηρίας τους επιλογές ενώ τα εκ γενετής ανάπηρα άτομα οδηγούνται σε επαγγελματικές επιλογές σύμφωνα με τις προσδοκίες των γονέων τους, της κοινωνικής τους τάξης ή του περιβάλλοντος που έχουν εμπειρίες (Κρασσάς, 2000). Αλλά ακόμα και μετά την πρόσληψη η παραμονή ενός ανάπηρου, όπως προαναφέρθηκε, στη δουλειά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως τα κίνητρα που του παρέχονται για την παραμονή στην εργασία, οι περιορισμοί που επιβάλλονται από τη συγκεκριμένη αναπηρία (μετακίνηση, διαμόρφωση του εργασιακού περιβάλλοντος, ανάγκες για άδειες εφόσον ο άνθρωπος χρειάζεται κάποια θεραπεία...).

Με τα νέα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κοινοτικά Προγράμματα - πολιτική - εναρμόνιση νομοθεσίας - παρεμβάσεις στην πρόσβαση & μετακίνηση - έξοδος των ΑμεΑ στην κοινωνία) παρουσιάστηκαν κάποιες επιπλέον ευκαιρίες εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης. Στο πλαίσιο αυτό υλοποιήθηκαν αρκετά προγράμματα κατάρτισης και δόθηκαν ευκαιρίες / κίνητρα σε εργοδότες (επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές κ.ά.) για την πρόσληψη και απασχόληση ΑμεΑ (ΕΕ, 1992, 1998β). Το κόστος συνήθως καλύπτεται από επιδοτήσεις των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης [ΚΠΣ]. Παράλληλα οι παρεμβάσεις, σε μεγάλες πόλεις, στα μέσα μεταφοράς (για την προσβασιμότητα ΑμεΑ) και οι επιδοτήσεις σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης για την προσπελασιμότητα δημοσίων χώρων και κτιρίων (οδηγοί βάδισης ανθρώπων με προβλήματα όρασης, διαμόρφωση κεκλιμένων επιπέδων σε πεζοδρόμια, θέσεις στάθμευσης αναπήρων κ.ά.) ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα με την ευκαιρία και των Ολυμπιακών Αγώνων, έδωσαν την εντύπωση πως δημιουργείται ένα πλαίσιο υποδοχής και αποδοχής της κοινωνίας και σε συμπολίτες με ειδικές ανάγκες ώστε να οδηγηθούμε στον εξανθρωπισμό των πόλεών μας και στη δυνατότητα πρόσβασης κάθε σημείου της πόλης από όλους τους πολίτες. Όμως παρόλα αυτά δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουν ξεπεραστεί πολύ σημαντικά εμπόδια όπως ο κοινωνικός στιγματισμός για παράδειγμα ενώ τα όποια προγράμματα κατάρτισης λειτούργησαν και λειτουργούν ως «πιλοτικά» του ΚΠΣ, οι παρεμβάσεις προσπέλασης δημιουργούνται αλλά αχρηστεύονται την ίδια στιγμή, οι προσλήψεις έχουν περιοριστεί και υλοποιούνται μόνον όσο κρατούν οι επιδοτήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η κακή πληροφόρηση και η αρνητική στάση των εργοδοτών, επιβάλλουν μια συντονισμένη πολιτική φορέων (παιδείας, πρόνοιας, εργασίας κ.ά.) και μια ενιαία στρατηγική για την αντιμετώπιση των προβλημάτων επαγγελματικής ένταξης και αποκατάστασης ΑμεΑ. Η προσπάθεια αυτή μπορεί να γίνει πιο εύκολη αν και οι εργοδότες γνωρίσουν τους ανάπηρους εργαζόμενους. Αν δηλαδή συνειδητοποιήσουν ότι έχουν να κάνουν με ανθρώπους που, παρά τις φυσικές τους αδυναμίες, έχουν τα απαιτούμενα προσόντα για να εργαστούν. Επίσης αν μάθουν καλύτερα τι προβλέπεται από τη νομοθεσία για την απασχόλησή τους, ποια τα πλεονεκτήματα, οι διευκολύνσεις και οι υποχρεώσεις τους από την πρόσληψη και απασχόλησή τους και ποιες υπηρεσίες μπορούν να τους διευκολύνουν στην αναζήτηση λύσεων για τέτοια θέματα.

Συγκεκριμένα χρειάζεται:

  • Ευαισθητοποίηση των εργοδοτών για τα ιδιαίτερα προβλήματα επαγγελματικής προετοιμασίας και επαγγελματικής ένταξης των ΑμεΑ.
  • Ενημέρωση των εργοδοτών για τις ικανότητες των ΑμεΑ.
  • 'Aρση των κοινωνικών διακρίσεων και προκαταλήψεων εκ μέρους των εργοδοτών, που διαφέρουν ανάλογα με την αναπηρία.
  • Πληροφόρηση σχετικά με το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει για τα ΑμεΑ, έτσι ώστε οι εργοδότες να γνωρίζουν τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας μαζί τους, αλλά και τις υποχρεώσεις τους (Κρασσάς, 2000).

Η σοβαρότερη αιτία του κοινωνικού αποκλεισμού αλλά και μία από τις συνέπειές του είναι ο αποκλεισμός από την αγορά εργασίας. Ο αποκλεισμός αυτός γίνεται εντονότερος τις τελευταίες δεκαετίες όπου πολλές και διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού αποκλείονται τόσο από την αγορά εργασίας, όσο και από τη συμμετοχή στα δημόσια αγαθά και γενικά, στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνονται συνεχώς αντικοινωνικά φαινόμενα όπως ο ρατσισμός, η εγκληματικότητα και να παρουσιάζονται ακραίες εκδηλώσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που διεκδικούν θέσεις στην αγορά εργασίας (ΕΕ, 1998α).

Το φαινόμενο του αποκλεισμού από την αγορά εργασίας των ΑμεΑ παρουσιάζεται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρόλα αυτά, οι λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες, όπως η Ελλάδα, παρουσιάζουν ανεπάρκειες ως προς την προετοιμασία για κάλυψη των ειδικών αναγκών αυτών των ατόμων. Κύριος στόχος της πολιτικής της αποκατάστασης των ΑμεΑ λοιπόν, πρέπει να τεθεί η ένταξή τους, στο μέτρο του δυνατού, στη ζωή, στο μη προστατευμένο περιβάλλον και η απασχόλησή τους σε ίση βάση με τον υπόλοιπο πληθυσμό και όχι η ανάπτυξη μιας πολιτικής κοινωνικής βοήθειας που θα έχει σαν συνέπεια τον αποκλεισμό τους από κάθε δυνατότητα ουσιαστικής και αυτοδύναμης εξέλιξης.

Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι οι ανάπηροι απειλούνται να βρεθούν ακόμη περισσότερο στο περιθώριο, όχι μόνο εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, αλλά επιπλέον λόγω της διαρκώς αυξανόμενης εφαρμογής των νέων τεχνολογιών και της ενίσχυσης του ανταγωνισμού που οφείλεται στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Χρέος όμως της κάθε κοινωνίας είναι να βοηθήσει τις ομάδες εκείνες του πληθυσμού που, για ειδικούς λόγους, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες για ένταξη στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (1997) παρέχει περισσότερες δυνατότητες όσον αφορά την προώθηση της ισότητας, τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την καταπολέμηση των διακρίσεων. Ειδικά η Κοινότητα, μεταξύ των άλλων, λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω αναπηρίας, όχι μόνο για ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και για καθαρά οικονομικούς λόγους, προκειμένου να έχουν όλοι τη δυνατότητα να συμμετέχουν και να συμβάλλουν στην οικονομική ευημερία της κοινωνίας.

Η επαγγελματική αποκατάσταση των μειονεκτούντων ανθρώπων γενικά δεν είναι μόνο υπόθεση αντιμετώπισης του μέσου βιοτικού προβλήματος που αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο μέρος των ομάδων αυτών, αλλά πολύ περισσότερο υπόθεση της ένταξης των ανθρώπων που τις αποτελούν σε μία βασική συνιστώσα της ζωής που είναι η εργασία και κατ' επέκταση η ένταξη των ατόμων στην ίδια τη ζωή. Οι ανάπηροι έχουν ενδιαφέροντα, ικανότητες και αξίες που πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο κατά την περίοδο της επαγγελματικής προετοιμασίας όσο και κατά την ένταξη. Έτσι, ο «στρατηγικός στόχος» των προσπαθειών πρέπει να είναι η βελτίωση των συνθηκών πρόσβασης στην αγορά εργασίας καθώς και η ανταγωνιστικότητα των ανθρώπων αυτών και η επαγγελματική τους επανένταξη σε περίπτωση αποκλεισμού τους.

Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να αναφέρεται αποκλειστικά στο άτομο αλλά θα πρέπει να εμπλέκει όλο το περιβάλλον του: οικογένεια, φιλικό περιβάλλον, σχολεία, ιδρύματα, τοπική κοινότητα, εργοδοτικούς φορείς κτλ. Ο κύριος στόχος είναι να βοηθηθεί το άτομο να ενταχθεί ή να επανενταχθεί στην κοινωνία, όχι μόνο στηρίζοντας το ίδιο αλλά και ευαισθητοποιώντας ή μορφώνοντας και το άμεσο τουλάχιστον εκπαιδευτικό, εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον, ώστε να το αποδεχθεί και να το εντάξει στους κόλπους του.

Σαν συμπέρασμα: Ο ρόλος του ΣΕΠ

Για τους παραπάνω λόγους γίνεται φανερό πως οι άνθρωποι με αναπηρίες πρέπει να στηριχθούν ποικιλότροπα, όχι «ιδιαίτερα» ή «ειδικά» από το θεσμό του ΣΕΠ και τα στελέχη πρέπει να αποκτήσουν:
  • Ικανότητα να ερμηνεύουν και να δίνουν κατευθύνσεις σε θέματα σχετικά με τη νομοθεσία, την πολιτική, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα δικαιώματα που αφορούν τα πρόσωπα με ειδικές δεξιότητες / ανάγκες και τις οικογένειές τους.
  • Ικανότητα να χρησιμοποιούν διαγνωστικές και κοινές διαδικασίες αξιολόγησης για τα πρόσωπα με ειδικές δεξιότητες / ανάγκες.
  • Ικανότητα να αξιολογήσουν τα λειτουργικά εμπόδια και να τα χρησιμοποιήσουν έτσι ώστε να είναι βοηθηθούν οι πελάτες τους στον επαγγελματικό τους προσανατολισμό.
  • Ικανότητα εφαρμογής των θεωριών επαγγελματικής ανάπτυξης για να βοηθήσουν τα ΑμεΑ να σχηματίσουν τη δική τους αυτοεικόνα.
  • Ικανότητα εξατομικευμένης και ομαδικής συμβουλευτικής σε άτομα «διαφορετικού τύπου δεξιοτήτων» και στις οικογένειές τους.
  • Ικανότητα να συνεργάζονται με άλλους ειδικούς σε ομαδικές προσεγγίσεις με τους πελάτες για εκπαιδευτικούς λόγους και για επαγγελματικό προγραμματισμό.
  • Ικανότητα συνεργασίας με τους εργοδότες για την προσαρμογή των επαγγελμάτων ως προς τους διαφορετικούς «τύπους» εργαζομένων. vΙκανότητα σχεδιασμού και εφαρμογής εργαστηρίων (workshops) ανάπτυξης δεξιοτήτων ή εμπειριών απαραίτητων για προσαρμογή στο χώρο της εργασίας.

Ο ευρύτερα αποδεκτός σκοπός της επαγγελματικής αποκατάστασης είναι να βοηθήσει τα ΑμεΑ να αποκτήσουν ικανότητα εργασίας και έτσι να αποκτήσουν αυτάρκεια. Η προκατάληψη και διάκριση των εργοδοτών, απέναντι στα ΑμεΑ, είναι στάση η οποία αντανακλά και τη στάση του κόσμου γενικότερα. Γι' αυτό οι σύμβουλοι ΣΕΠ πρέπει να δουλεύουν τόσο με τους πελάτες, όσο και με τους εργοδότες.

Η προετοιμασία των πελατών μπορεί να απαιτεί παροχή εργασίας σε κέντρο αποκατάστασης ή σε ελεγχόμενο εργαστήριο (εργασιακή αποκατάσταση σε ελεγχόμενο εργασιακό περιβάλλον) και ατομικούς επαγγελματικούς στόχους με σκοπό ο σύμβουλος να αξιοποιεί την επαγγελματική εμπειρία και τις σχετικές υπηρεσίες για να βοηθήσει τα άτομα με ειδικές ανάγκες να αποκτήσουν μια φυσιολογική ζωή και μια παραγωγική επαγγελματική κατάσταση. Ένα τέτοιο εργαστήριο μπορεί να είναι μεταβατικό ή μακροπρόθεσμο και να παρέχει επιπλέον δεξιότητες αναζήτησης εργασίας. Περίπου μισό εκατομμύριο άτομα κάθε χρόνο συμμετέχουν σε αυτά τα εργαστήρια στις ΗΠΑ (Herr & Cramer, 1996). Γενικά η επαγγελματική αποκατάσταση απαιτεί προσφορά, εργασιακό πειραματισμό, εργασιακή τοποθέτηση και συνεχή παρακολούθηση. Η εκτίμηση γίνεται συνήθως με παραδοσιακά ψυχομετρικά όργανα και δείγματα εργασιών.

Υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση (Herr & Cramer, 1996 . Isaacson & Brown, 1993) για το πόσο απαραίτητη αλλά και θεραπευτική είναι η εργασία στα ΑμεΑ (π.χ. ασθενείς με ψυχικά προβλήματα). Το περιβάλλον της κοινότητας οδηγεί σε πιο επιτυχή επαγγελματική αποκατάσταση απ’ ότι το περιβάλλον του νοσοκομείου, καθώς η προκατάληψη από τους εργοδότες απέναντι στους ψυχιατρικά άρρωστους παύει να υπάρχει.

Μερικές κατευθυντήριες γραμμές για τα άτομα με αναπηρίες:

  • Προηγούμενο γενικό ιστορικό και εργασιακό ιστορικό βοηθούν στην επαγγελματική αποκατάσταση.
  • Συνεχής υποστήριξη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, είναι απαραίτητη.
  • Είναι καλύτερο ένα πρόγραμμα βήμα - βήμα, συστηματικής επαγγελματικής στήριξης.
  • Είναι άκρως σημαντική η επαγγελματική ανάπτυξη δεξιοτήτων (παρά διάγνωση και συμπτωματολογία).
  • Ασκήσεις αυτοεκτίμησης ή τόνωσης του Εγώ είναι προφανώς πιο χρήσιμα από τα τεστ ψυχολογίας.

Όπου και να γίνεται η αποκατάσταση ο στόχος είναι πάντα να απαλλάξουμε τον πελάτη από τα εσωτερικά και εξωτερικά του εμπόδια σε σχέση με την εργασία. Αυτά τα εμπόδια περιλαμβάνουν: α) εργασιακά μειονεκτήματα (ανικανότητα να ανταποκριθούν στο πλαίσιο των απαραίτητων απαιτήσεων ενός επαγγέλματος σε ικανοποιητικό επίπεδο), β) δυσκολίες πρόσληψης λόγω προκαταλήψεων, γ) δυσκολία προσαρμογής σε έναν εργασιακό χώρο κ.ά. που προαναφέρθηκαν.

Με το Β' ΚΠΣ - ΕΠΕΑΕΚ4 υλοποιήθηκαν δράσεις γύρω από θέματα ΣΕΠ που αφορούν στα άτομα με ειδικές ανάγκες [ΑμΕΑ] αλλά και τα άτομα που κινδυνεύουν από κοινωνικό αποκλεισμό [ΚΑπΑ].

Συνεχίζοντας την προσπάθεια στήριξης των στελεχών ΣΕΠ και βοήθειας των μαθητών με ειδικές ανάγκες, στο πλαίσιο του Γ' ΚΠΣ, αλλά και σε επίπεδο εθνικής στρατηγικής και οικονομικής στήριξης, είναι αναγκαίο να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί η ενίσχυση του ρόλου των Συμβούλων ΣΕΠ σε διαδικασίες συμβουλευτικής για άτομα με ειδικές ανάγκες, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις όλο και μεγαλύτερες ανάγκες συμβουλευτικής ειδικών ομάδων.

Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται:

  • Η ενίσχυση του ρόλου των Νέων Τεχνολογιών Πληροφορικής [ΝΤΠ] και η εκμετάλλευσή τους σε διαδικασίες συμβουλευτικής και πληροφόρησης ατόμων ειδικών ομάδων.
  • Η διασύνδεση και επικοινωνία των εμπλεκόμενων με τα θέματα Διάγνωσης - Υποστήριξης - Εκπαίδευσης - Κατάρτισης και Επαγγελματικού Προσανατολισμού ΑμΕΑ φορέων και η καταγραφή της εμπειρίας από αντίστοιχους φορείς της ΕΕ και διεθνώς.
  • Η δημιουργία και παραγωγή ειδικών βοηθημάτων (βιβλία, CD-ROMs κ.ά.) για την υποστήριξη διαδικασιών επαγγελματικής συμβουλευτικής.
  • Η μελέτη της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής για την πραγματοποίηση διαδικασιών τηλεσυμβουλευτικής από τα ΚΕΣΥΠ/ ΓΡΑΣΕΠ και άλλους ανάλογους χώρους.
  • Η επέκταση και συνεχής αναβάθμιση της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων στο ΚΕΣΥΠ - ΠΙ/ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑμΕΑ & ΚΑπΑ, για χρήση των ΚΕΣΥΠ και ΓΡΑΣΕΠ όλης της χώρας, σε θέματα υποστηρικτικών υπηρεσιών ΑμΕΑ αλλά και ΚΑπΑ.
Με βάση τα παραπάνω τα αναμενόμενα αποτελέσματα είναι:
  • Η επάρκεια των στελεχών του ΣΕΠ ως προς τις διαδικασίες συμβουλευτικής για άτομα με ειδικές ανάγκες.
  • Η κατάρτιση - επιμόρφωση των στελεχών ΣΕΠ σε βασικές αρχές Ειδικής Αγωγής, θέματα αναπηρίας και θέματα κοινωνικού αποκλεισμού.

Οι συνεχείς και απρόβλεπτες μεταβολές στην «παγκοσμιοποιημένη» αγορά εργασίας αποτελούν μεγάλες προκλήσεις για τις υπηρεσίες ΣΕΠ. Για να αντιμετωπίσουν οι νέοι, όλοι οι νέοι, το μέλλον τους πρέπει να καταστούν ικανοί να μπορούν να σχεδιάζουν τη σταδιοδρομία τους γνωρίζοντας τις τεχνολογικές αλλά και τις κοινωνικές - οικονομικές εξελίξεις. Οι αυριανοί εργαζόμενοι είναι πολύ πιθανό ότι θα αλλάζουν συχνά πεδίο εργασίας ή θα περνούν από φάσεις απασχόλησης - ανεργίας. Σημαντικό σε αυτήν την πορεία θα είναι η ικανότητα κάθε εργαζόμενου να παραμένει εργαζόμενος. Στο χώρο της εκπαίδευσης συνεχίζει να παραμένει βασική επιδίωξη η σωστή και συνεχής παροχή βοήθειας επαγγελματικού προσανατολισμού που θα στηρίζει τον άνθρωπο σε όλες τις φάσεις της ζωής του για ανάπτυξη αλλά και συνεχή αναπροσαρμογή των ικανοτήτων του παράλληλα με τις απαιτήσεις των καιρών (Σιδηροπούλου - Δημακάκου, 2004).


1. Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στη Συμβουλευτική και στον Επαγγελματικό Προσανατολισμό, υποψ. διδάκτορας στο Τμήμα Φ.Π.Ψ. της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
2. Εισήγηση στο Σεμινάριο Επιμόρφωσης Συμβούλων Απασχόλησης Απλών & Πολλαπλών Διακρίσεων, Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία [ΕΣΑΕΑ] – Αναπτυξιακή Σύμπραξη «ΝΕΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ» - Πρόγραμμα της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας EQUAL, Αθήνα, 19 Ιουνίου 2006
3. Στην εισήγηση χρησιμοποιούνται παράλληλα οι όροι άτομα με ειδικές ανάγκες και ανάπηροι. Δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί σύντομα γιατί γίνεται αυτό. Σαν επισήμανση διευκρινίζεται ότι αναπηρία υπάρχει όταν ένα άτομο βάσει ενός μειονεκτήματος ή μιας μειωμένης απόδοσης δεν είναι επαρκώς ενταγμένο στο πολυ-σύνθετο πεδίο του ανθρώπινου συστήματος (Ζώνιου - Σιδέρη, 1991, σ. 18). Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν σε σχετική με το θέμα βιβλιογραφία.
4. ΕΝΕΡΓΕΙΑ 1.1.ε.: Επαγγελματικός Προσανατολισμός, Έργο: «Μελέτη, Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Προγραμμάτων Σ.Ε.Π. σε επίπεδο Σχολικής Μονάδας και Κέντρου Σ.Ε.Π. για 'Aτομα με Ειδικές Ανάγκες και Κοινωνικώς Αποκλεισμένα», υπεύθυνη: Δέσποινα Σιδηρο-πούλου - Δημακάκου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημητρόπουλος, Ε. Γ. (1998). Συμβουλευτική και Συμβουλευτική Ψυχολογία. (1) Συμβουλευτική Προσανατολισμός - Επαγγελματική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.

Drummond, R. J., & Ryan, C. W. (1995). Career Counseling: A developmental approach. USA: Prentise - Hall, Inc.

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1998α): Εγώ, ρατσιστής;! Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Λουξεμβούργο: 1998

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1998β): Πρόγραμμα κοινωνικής δράσης 1998 -2000. Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Λουξεμβούργο: 1998

European Commission (1997): The European Institutions in the fight against racism: Selected texts. Employment & social affairs. Social dialogue and social rights. Office for Official Publications of the European Communities. Brussels, Luxembourg: 1997

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1992): Ευρωπαϊκά Θέματα: Η Κοινότητα καταπολεμά την κοινωνική απομόνωση. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Λουξεμβούργο: 1992

Ζώνιου - Σιδέρη, Α. (1991): Οι ανάπηροι και η εκπαίδευσή τους. Μια ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση της ένταξης. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιογονία.

Gyspers, N. C., Heppner, M. J., Johnston, J. A., (1998). Career Counseling. Process, Issues and Techniques. USA: Allyn & Bacon.

Herr, E. L., Cramer, S. H. (1996): Career Guidance and Counseling through the life span: systematic approaches. (5th ed). USA: HarperCollins Publishers Inc.

Isaacson, L. E., & Brown, D. (1993). Career Information, Career Counseling, and Career Development. (5th Edition). USA: Allyn & Bacon.

Κρασσάς, Σ. Κ. (2000). Οδηγός του εργοδότη για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Αθήνα: Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

ΝΟΜΟΣ 2817 (2000). Εκπαίδευση ατόμων με ειδικές ανάγκες και άλλες διατάξεις. ΦΕΚ 78 /14-3-2000. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.

Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2004). Η Συμβουλευτική και ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός στη σύγχρονη εποχή: Τάσεις και προοπτικές. Στο περιοδικό: ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ, τεύχος 112, σελ.159-173. Αθήνα: Νέα Παιδεία.

Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2000). Επαγγελματική Συμβουλευτική και Καθοδήγηση. Αθήνα: ISS ΕΠΕ.

Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (1998). Συμβουλευτική μαθητών με ειδικές ανάγκες. Στο ανθολόγιο: Κωνσταντινίδου, Τ. (επιμέλεια έκδοσης): Συμβουλευτική & Επαγγελματική Αγωγή: Κύπρος - Ελλάδα - Ευρώπη, σ. 76, Λευκωσία: Υπηρεσία Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής - Δ/νση Μέσης Εκπαίδευσης - Υπουργείο Παιδείας & Πολιτισμού Κύπρου.

Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. - Δημητρόπουλος, Α. (1998): Επαγγελματικός Προσανατολισμός Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες & Κοινωνικώς Αποκλεισμένων. Στο: Τζέπογλου, Στ. και ομάδα εργασίας (επιμελητές έκδοσης): Ετοιμάζομαι για τη ζωή. ΣΕΠ Γ' Γυμνασίου. Βιβλίο για τον Καθηγητή. Αθήνα: ΟΕΔΒ, σ. 119.

Comments please

Please Log in

Username

Password

Title
Lead-in
Body Text ( HTML tags are allowed )
Preview your comment