Τα επαγγελματικά πρότυπα των μαθητών της Στ΄ τάξης του δημοτικού σχολείου ως κίνητρα των μελλοντικών επαγγελματικών τους στοχοθετήσεων
15-September-2006
permalink email this
Στέλιος Κ. Κρασσάς
Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας ΕκπαίδευσηςΜΔΕ Συμβουλευτικής & Επαγγελματικού Προσανατολισμού
Υποψήφιος Διδάκτωρ Τμήματος ΦΠΨ, Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Εισαγωγή
Η εργασία επηρεάζει καθοριστικά το επίπεδο ζωής του ανθρώπου και σχετίζεται άμεσα με την προσωπική του καταξίωση. Η κατάλληλη παρέμβαση στην αγωγή του παιδιού ώστε να βοηθηθεί, για να συνειδητοποιήσει έγκαιρα τη σημασία της εργασίας, αποτελεί πλέον μια υποχρέωση του εκπαιδευτικού συστήματος.Η διαδικασία της επαγγελματικής ανάπτυξης, ως μέρος της όλης ανάπτυξης, του ατόμου αρχίζει μέσα στο πλαίσιο της οικογενειακής προσχολικής ζωής, με την κατάλληλη καθοδήγηση των παιδιών για τους διάφορους κοινωνικούς και εργασιακούς ρόλους, από τους γονείς (Seligman, 1994 . Herr & Cramer, 1996). Επειδή όμως όλες οι περιπτώσεις στην οικογένεια δεν είναι ιδανικές παρατηρούνται συχνά παραλείψεις ή και λανθασμένοι χειρισμοί στη γονική αγωγή με συνέπεια το παιδί να μην εισάγεται ομαλά στην έννοια και τη σημασία της εργασίας (Super & Sverko, 1995 . Σιδηροπούλου, 1996). Γι’ αυτό το λόγο θεωρείται αναγκαία η συστηματική εκπαιδευτική παρέμβασηη για το θέμα αυτό.
Στο δημοτικό σχολείο υπάρχουν στα βιβλία των μαθητών στοιχεία προϊδεασμού χωρίς όμως αυτά να συστηματοποιούνται στην κατεύθυνση της επαγγελματικής ανάπτυξης των μαθητών (Δημητρόπουλος & Μπακατσή, 1996 . Κρασσάς, 2001). Οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας έχουν κάνει τη γενική διαπίστωση για την ανάγκη επέκτασης του Σ.Ε.Π. 2 στο δημοτικό σχολείο (αλλά και το νηπιαγωγείο) και επισημαίνουν την ανάγκη δικής τους εξειδίκευσης - επιμόρφωσης για τη συστηματική του εφαρμογή 3 (Κρασσάς, 2001).
Δημοτικό σχολείο: έτη προσδιορισμού και διαφοροποίησης
Τα χρόνια της πρώτης σχολικής του ηλικίας (νηπιαγωγείο και δημοτικό) είναι για το παιδί μια περίοδος σημαντικής ανάπτυξης και αλλαγών. Αυτά είναι τα έτη στα οποία μπαίνουν οι βάσεις για τα μελλοντικά ακαδημαϊκά και κοινωνικά επιτεύγματα και εδραιώνονται οι στάσεις και οι ικανότητες που θα έχουν μια μόνιμη επίδραση και στην επαγγελματική ανάπτυξη του παιδιού και στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής και επαγγελματικής του σταδιοδρομίας (Isaacson & Brown, 1993 . Drummond & Ryan, 1995 . Herr & Cramer, 1996 . Gysbers, κ.ά., 1998). Παρακάτω παρουσιάζονται στοιχεία από τα κύρια χαρακτηριστικά του παιδιού, στα τελευταία χρόνια του δημοτικού σχολείου, τα οποία σχετίζονται με τη διαδικασία της επαγγελματικής του ανάπτυξης.Αυτοεικόνα και αυτοεκτίμηση
Τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία του δημοτικού σχολείου, ενδιαφέρονται πολύ για αναγνώριση και αποδοχή, ειδικά από τους γονείς και τους δασκάλους. Τα παιδιά που έχουν βιώσει στα σπίτια τους θετικά συναισθήματα, αποδοχή, ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας και θετική ενίσχυση των προσπαθειών τους είναι πολύ πιθανό να αναπτύξουν θετική αυτοεικόνα. Παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση αναπτύσσουν θετική αυτοεικόνα αλλά και έχουν μια αίσθηση πως ανήκουν κάπου (Seligman, 1994 . Pervin & John, 1997).Τα πρότυπα και η αποδοχή της ομάδας των συνομηλίκων γίνονται σημαντικά κατά τη διάρκεια των ετών του δημοτικού σχολείου και συμβάλλουν επίσης στην ανάπτυξη της αυτοεικόνας του παιδιού. Παράλληλα, επειδή τα παιδιά δεν έχουν αναπτύξει ακόμα τα σαφή δικά τους πρότυπα, τείνουν να δεχτούν τα πρότυπα εκείνα που υιοθετούν οι μεγαλύτεροι γύρω τους. Κυρίως όμως, τα γονικά πρότυπα είναι τα σημαντικότερα (Bandura, 1995 . Golombok & Fivush, 1996).
Κοινωνική ανάπτυξη
Ο Erikson (1975) περιγράφοντας τη συνεχή διαμόρφωση της προσωπικότητας ανέπτυξε τη θεωρία του για τις οκτώ βασικές αναπτυξιακές κρίσεις του Εγώ που καλύπτουν όλη την πορεία ζωής του ανθρώπου (από τη γέννηση ως τα γεράματα). Ονόμασε την αναπτυξιακή κρίση των σχολικών ετών του δημοτικού σχολείου (ηλικίες 6 έως 12 ετών) με το δίπολο φιλοπονία εναντίον κατωτερότητας. Η επιτυχής έκβαση αυτής της κρίσης φαίνεται να περιλαμβάνει όχι μόνο την ανάπτυξη αυτοεικόνας αλλά και την κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου (Παρασκευόπουλος, 1985α). Τα παιδιά μαθαίνουν νέες δεξιότητες και αποκτούν εφόδια που τα κάνουν να αισθάνονται πως μπορούν να στηρίζονται στις δικές τους ικανότητες. Μαθαίνουν να υπερηφανεύονται για την εργασία τους, να επιμένουν, να είναι δημιουργικά, να χρησιμοποιούν την ανατροφοδότηση για να λύσουν τα προβλήματα και για να καθιερώσουν μια ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και το παιχνίδι στη ζωή τους. Στο θέμα της επαγγελματικής ανάπτυξης, η ηλικία αυτή, είναι ένα κρίσιμο στάδιο επειδή είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το παιδί συνειδητοποιεί το ρόλο και τη χρησιμότητα της εκπαίδευσης αλλά και βλέπει ή φαντάζεται τον εαυτό του σε ρόλους αυριανού εργαζόμενου (Παρασκευόπουλος, 1985α . Super & Sverko, 1995).Ανάπτυξη σκέψης και κρίσης
Τα περισσότερα παιδιά εισάγονται, κατά τον Piaget (1990), στο τρίτο στάδιο ανάπτυξης της σκέψης, το «στάδιο της συγκεκριμένης σκέψης» (Παρασκευόπουλος, 1985β), μεταξύ των 10 και των 12 ετών. Αν και μερικά παιδιά σε αυτήν την ηλικία επηρεάζονται ακόμα από το προσυλλογιστικό στάδιο, τα περισσότερα παρουσιάζουν τη δυνατότητα να υποθέσουν, να εξετάσουν εναλλακτικές λύσεις και να αντλήσουν, όποτε απαιτείται, περισσότερες πληροφορίες. Χαρακτηριστικά, η σκέψη, κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, είναι λιγότερο άκαμπτη και στερεοτυπική από τα μικρότερα (νήπια) και μεγαλύτερα (προέφηβοι - έφηβοι) παιδιά. Έτσι τα παιδιά του δημοτικού τείνουν να είναι πολύ δεκτικά στις νέες ιδέες (Piaget & Inhelder, 1990). Από την ηλικία των 11 ή 12 ετών, τα περισσότερα παιδιά έχουν αναπτύξει ικανοποιητικά την ενσυναίσθηση και την κατανόηση των σχέσεων αιτίας και αποτελέσματος που να τους επιτρέπουν την εκτίμηση του κινήτρου και της περίστασης στις ηθικές κρίσεις τους (Piaget - Inhelder, 1990 . Pervin & John, 1997).Ανάπτυξη κινήτρων - επίτευξη σκοπού
«Κίνητρο είναι οτιδήποτε κινεί, ωθεί ή παρασύρει σε δράση ένα άτομο» (Κωσταρίδου - Ευκλείδη, 1997, σ. 17). Τα κίνητρα μπορεί να είναι εσωτερικά (από τις επιθυμίες ή τις φιλοδοξίες κ.ά. του ατόμου) ή εξωτερικά (επιδράσεις από άτομα, φορείς, ΜΜΕ κ.ά.). Τα κίνητρα συνδέονται και με την επιλογή επαγγέλματος αφού το επάγγελμα που ασκεί ένα πρόσωπο πέρα από τις οικονομικές απολαβές που του εξασφαλίζουν την επιβίωση σχετίζεται, ανάμεσα σε άλλα, και με τις ανάγκες κοινωνικής συνεργασίας, αυτοεκτίμησης, απόκτησης και διεύρυνσης γνώσεων και εμπειριών. Στα χρόνια του δημοτικού σχολείου φαίνεται πως μπαίνουν τα θεμέλια για τα μελλοντικά επιτεύγματα του ατόμου. Η διαδικασία ανάπτυξης των κινήτρων κατά τη διάρκεια των ετών του δημοτικού σχολείου σχετίζεται με-
(α) το πόσο καλά τα παιδιά μπορούν να επεκτείνουν τις υπάρχουσες δεξιότητες και τη γνώση τους, (β)πόσο καλά αποκτούν νέες δεξιότητες και νέα γνώση και (γ) πόσο καλά μεταφέρουν αυτές τις νέες δεξιότητες και τη γνώση σε νέες καταστάσεις (Seligman, 1994, σ. 174).
Η ανάπτυξη της προσωπικότητας όσον αφορά την κατεύθυνση για επίτευξη ενός σκοπού - στόχου μπορεί να εμφανιστεί από τις ηλικίες των 5 έως και 9 ετών (Παρασκευόπουλος, 1985β και 1985γ) και από την πέμπτη τάξη (στην ηλικία >10 ετών) είναι για τους εκπαιδευτικούς αρκετά συνηθισμένο να διακρίνουν στους μαθητές τις μελλοντικές τους «επιτυχίες» ή «αποτυχίες». Συχνά ακούς από τους δασκάλους της Ε' και της Στ' δημοτικού να εκφράζονται για τους μαθητές τους λέγοντας: ...Αυτός θα τα καταφέρει στο γυμνάσιο... ή ...Πολύ φοβάμαι πως θα δυσκολευτεί στο γυμνάσιο... Αυτό το κίνητρο για επιτυχία (κίνητρο επίτευξης) γίνεται πια ιδιαιτέρα εμφανές στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου και, για τους περισσότερους ανθρώπους, έχει μια ισχυρή επίδραση στην εκπαιδευτική και την επαγγελματική τους επιτυχία. «Αφορά τόσο τους στόχους που έχει ένα άτομο στη ζωή του - στόχους που αφορούν την επιτυχία σε συνθήκες όπου απαιτείται ποιότητα στην επίδοση - αλλά και χαρακτηριστικά προσωπικότητας, μια και η υπόθεση είναι ότι το κίνητρο αυτό χαρακτηρίζει το άτομο στη δράση του γενικά» (Κωσταρίδου - Ευκλείδη, ό.π., σ. 131). Η ανάπτυξη θετικής στάσης των παιδιών του δημοτικού σχολείου απέναντι στο κίνητρο για επιτυχία είναι μια σημαντική εκπαιδευτική - παιδαγωγική διαδικασία που θα πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής από το εκπαιδευτικό σύστημα και από τους εκπαιδευτικούς (Κωσταρίδου - Ευκλείδη, 1997 . Bandura, 1997).
Ανάπτυξη της ταυτότητας και του ρόλου του φύλου
Μετά τα 11 χρόνια τα παιδιά φαίνονται να απελευθερώνονται από τη συγκεκριμένη σκέψη, να χαλαρώνουν και να ξεφεύγουν από την ομάδα συνομηλίκων του ίδιου φύλου, να ενδιαφέρονται περισσότερο για το άλλο φύλο, να διευρύνουν και με το άλλο φύλο τις συντροφιές τους κ.ά. Στα χρόνια αυτά ο ρόλος του σχολείου και της οικογένειας στη διεύρυνση των ενδιαφερόντων και των ευκαιριών συνεργασίας παιδιών και των δύο φύλων είναι σημαντικός (Golombok & Fivush, 1996).Φύλο και σταδιοδρομία
Το φύλο φαίνεται να ασκεί μια ισχυρή επιρροή στις επιλογές και τις επαγγελματικές αντιλήψεις των παιδιών, ίσως επειδή τα παιδιά στην ηλικία του δημοτικού σχολείου αναπτύσσουν την ταυτότητα ρόλου του φύλου. Τα παιδιά χωρίζουν τον κόσμο της εργασίας στα επαγγέλματα των ανδρών και τα επαγγέλματα των γυναικών και απορρίπτουν τα επαγγέλματα που δεν θεωρούν κατάλληλα για το φύλο τους (Super & Sverko, 1995 . Σιδηροπούλου - Δημακάκου, 1995 . Golombok & Fivush, 1996).
Επαγγελματική ανάπτυξη
Ως επαγγελματική ανάπτυξη εννοούμε την πλευρά εκείνη της κοινωνικοποίησης του ατόμου, η οποία σχετίζεται με τον προσανατολισμό του στο χώρο της εργασίας και τις αποφάσεις του για το επάγγελμα που επιδιώκει να ακολουθήσει.-
Για την καλλιέργεια της επαγγελματικής ανάπτυξης του ατόμου χρειάζονται διαδικασίες μάθησης ανάλογες με τους άλλους τομείς της προσωπικότητας ώστε να αντιμετωπίζεται πλέον ως μια πορεία του ατόμου που δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την εργασία αλλά και με τη δια βίου μάθηση (Σιδηροπούλου - Δημακάκου, 2000, σ. 54).
Για τη μελέτη των διαφόρων παραμέτρων της επαγγελματικής ανάπτυξης που ενδιαφέρουν τους επιστήμονες αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρίες οι οποίες αναφέρονται στη βιβλιογραφία με τον όρο θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης. Οι θεωρίες αυτές είναι πολλές και για το λόγο αυτό έχουν προταθεί και διάφορες ταξινομήσεις τους. Είναι βέβαια άσκοπο και ανέφικτο να παρουσιαστούν εδώ οι θεωρίες επαγγελματικής ανάπτυξης.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα έχουν γίνει σοβαρές προσπάθειες να αξιοποιηθούν οι Θεωρίες Μάθησης και η μεθοδολογία τους στη Συμβουλευτική, τα αποτελέσματα κρίνονται από πολλούς ως ικανοποιητικά (Δημητρόπουλος, 1998 και Σιδηροπούλου - Δημακάκου, 2000). Θεωρίες Συμβουλευτικής με βάση τη Συμπεριφοριστική Ψυχολογία έχουν διατυπωθεί από τους Dollard & Miller (1950), Rotter (1954), Pepinskys (1954), Salter (1961), Krumboltz και Thoresen (1969), Wolpe (1969), Eysenck (1970) κ.ά. (Κάντας & Χαντζή, 1991. Μαλικιώση - Λοΐζου, 1994 . Δημητρόπουλος, 1998 . Σιδηροπούλου - Δημακάκου, 2000).
Απόρροια των γενικών θεωριών μάθησης είναι και η θεωρία της κοινωνικής (ή κοινωνικογνωστικής) μάθησης (A. Bandura) η οποία θεωρεί ότι οι προσωπικότητες των ατόμων και οι διαφορές συμπεριφοράς που εκδηλώνουν δημιουργούνται μάλλον από τις εμπειρίες μάθησης του κάθε ατόμου παρά από έμφυτες ψυχικές ή αναπτυξιακές διαδικασίες (Σιδηροπούλου - Δημακάκου, 2000). Καθοριστικό ρόλο στη θεωρία του Bandura παίζει η έννοια της αυτεπάρκειας δηλαδή της κρίσης του κάθε ατόμου ως προς την ικανότητά του να επιτύχει ένα συγκεκριμένο επίπεδο συμπεριφοράς (Bandura, 1995). Η κοινωνικογνωστική θεωρία του Bandura έχει ήδη μία ευρεία αποδοχή. Ο άξονας της εφαρμογής της είναι η αξιοποίηση της μίμησης προτύπου (modeling). Οι χρήσεις της στη Συμβουλευτική γενικά και ειδικότερα στην Επαγγελματική Συμβουλευτική είναι πολλές: από τη θεραπεία μέχρι την προσωπική ανάπτυξη με βελτίωση της αντίληψης της αυτεπάρκειας, το προγραμματισμό και την κατάστρωση σχεδίων ζωής, την αξιοποίηση των πηγών πληροφοριών κ.ά. Οι συνέπειες της συμπεριφοράς που προβάλλει το πρότυπο λειτουργούν για τον παρατηρητή ως κίνητρα, έχουν χαρακτήρα πληροφοριακό, παρωθητικό, θυμικο - συναισθηματικό και αξιολογικό (Bandura, 1995 . Κολιάδης, 1995 . Bandura, 1997). Στις θεωρίες μάθησης υποστηρίζεται γενικά ότι η διαδικασία επαγγελματικής ανάπτυξης έχει να κάνει με τη γενική ανάπτυξη της προσωπικότητας και ότι το σχολείο, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, επηρεάζει αποτελεσματικά αυτήν την ανάπτυξη μέσω της διεργασίας της μάθησης. Ειδικότερα η θεωρία του Krumboltz στηριζόμενη στη θεωρία κοινωνικής μάθησης του Bandura υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη - εξέλιξη της προσωπικότητας του ατόμου (και άρα η επαγγελματική του ανάπτυξη) είναι κυρίως διαδικασία και αποτέλεσμα κοινωνικής μάθησης (Κάντας & Χαντζή, 1991 και Δημητρόπουλος, 1998).
Οι σύμβουλοι οι οποίοι στηρίζουν την πρακτική τους σε θεωρίες κοινωνικογνωστικής μάθησης, πάντως, πιστεύουν ότι τα πρότυπα, γενικά, έχουν επιρροή στους συμβουλευόμενους γιατί σ' αυτά αναγνωρίζουν τον «ιδανικό εαυτό τους». Το πρότυπο, μ' άλλα λόγια, αντιπροσωπεύει τον επιθυμητό σκοπό που ο συμβουλευόμενος επιδιώκει όπως: α) την επιβολή στο περιβάλλον, β) δυνατότητες, γ) αυτονομία, δ) αγάπη, στοργή και αποδοχή κ.ά. (Hoppock, 1976 . Herr& Cramer, 1996).
Τα πρότυπα που θα μιμηθεί ο μαθητής μπορεί να είναι άτομα του άμεσου περιβάλλοντός του ή και συμβολικά πρότυπα (π.χ. χαρακτήρες μιας ταινίας). Τα κοινωνικά μοντέλα πρέπει να έχουν αίγλη ή κύρος για το άτομο, να είναι ελκυστικά και αποδεκτά, να διαθέτουν δύναμη και, ενδεχομένως, να έχουν μερικά χαρακτηριστικά σαν αυτά που έχει το ίδιο το άτομο (π.χ. ηλικία, κοινωνική θέση, φύλο κ.ά.), ώστε να διευκολύνεται η διαδικασία της ταύτισης. Τα πρότυπα μίμησης μεταξύ των συνομηλίκων έχουν μεγαλύτερη σημασία για τη συμπεριφορά των παιδιών. Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς, οι ηγέτες μιας κοινωνίας, οι ήρωες του κινηματογράφου και της τηλεόρασης μπορούν να αποτελέσουν θετικά ή αρνητικά πρότυπα μίμησης (Κολιάδης, 1990). 'Aτομα με υψηλή κοινωνική θέση ή εξουσία (π.χ. υψηλόμισθοι, με ανώτερη μόρφωση κ.λπ.) σε σχέση με το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του παρατηρητή, γίνονται αντικείμενα μίμησης συχνότερα παρά άτομα από την ίδια κοινωνικοοικονομική τάξη. Επίσης αναφέρεται (Κολιάδης, 1995) ότι άτομα με υψηλό κοινωνικό γόητρο ασκούν μια ιδιαίτερη ελκυστική δύναμη στους άλλους και επιλέγεται η συμπεριφορά τους (Bandura, 1997).
Τα κοινά σημεία που διαπιστώνει ότι έχει ο παρατηρητής με το πρότυπο διευκολύνουν τη διαδικασία ταύτισης. Όσο μεγαλύτερη είναι η ομοιότητα (ως προς τη συμπεριφορά, τη φυλή, τις δεξιότητες, το φύλο, τις στάσεις, την ηλικία κ.ά.) τόσο πιο δυνατή και σταθερή είναι και η μίμηση του προτύπου. Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης έχει βρει πολλές εφαρμογές ιδιαίτερα στο επίπεδο της Παιδαγωγικής αλλά και της Επαγγελματικής Συμβουλευτικής. Αποτελεί, ωστόσο, σήμερα γενική παραδοχή ότι τόσο η αντίληψη της συμπεριφοράς των άλλων, όσο και η αντίληψη των συνεπειών μιας συμπεριφοράς, ευνοϊκών ή δυσμενών, είναι μεταβλητές που εμφανίζουν σημαντική διακύμανση (Γκότοβος, 1990). Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει και να ενσωματώνει τη θεωρία, την έρευνα και την πράξη από όλες τις ψυχολογικές - ανθρωπιστικές προσεγγίσεις. Οι εκπαιδευτικοί, δίνοντας στο μαθητή ευκαιρίες επιλογής προτύπων, μπορούν να τους βοηθήσουν σε επιτυχημένες επιλογές. Για το λόγο αυτό η διερεύνηση των προτύπων που επηρεάζουν τους μαθητές στις επαγγελματικές τους προτιμήσεις θα είναι χρήσιμη για την εκπαιδευτική διαδικασία και ειδικότερα όσον αφορά την επαγγελματική ανάπτυξη των παιδιών.
Στάδια επαγγελματικής ανάπτυξης
Σύμφωνα με τα δεδομένα της Γνωστικής Ψυχολογίας, στο γνωστικό επίπεδο, υπάρχει η δυνατότητα το παιδί των μεγαλύτερων τάξεων του δημοτικού σχολείου να κατακτήσει περισσότερες και ευρύτερες έννοιες, όπως π.χ. κατηγορίες επαγγελμάτων και περισσότερο αφηρημένες έννοιες, όπως η δεξιότητα, η ικανότητα, η αμοιβή, η ανεργία κ.λπ. Καθώς επίσης και να βοηθηθεί στη διαμόρφωση στάσεων όσον αφορά την εργασία και το επάγγελμα (Piaget - Inhelder, 1990).Στάδιο φαντασίας
Τα παιδιά αρχίζουν να διαμορφώνουν αντιλήψεις του κόσμου της εργασίας πολύ πριν να μπουν στο σχολείο. Παρατηρούν τις δραστηριότητες των γονιών τους στο σπίτι και ακούνε τις συζητήσεις τους για επιτυχίες ή απογοητεύσεις στη δουλειά τους. Τα παιδιά μπορούν να παρατηρήσουν τις διαφορετικές συνθήκες εργασίας κάθε γονέα, κάποιος μπορεί να είναι μακριά από το σπίτι κάθε μέρα, ενώ άλλος μπορεί να είναι μακριά για μόνο μέρος του χρόνου ή μπορεί να ασχολείται αποκλειστικά με το σπίτι και το νοικοκυριό. Τα παιδιά παρατηρούν την εργασία άλλων ανθρώπων στη γειτονία ή προσέχουν τους εργαζομένους στα καταστήματα όταν ψωνίζουν με τους γονείς τους. Όταν πια τα παιδιά πάνε στο σχολείο, γνωρίζουν ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη εργασίας και ότι οι άνθρωποι έχουν κάποια επιλογή ως προς ποιο είδος εργασίας κάνουν.
Η επαγγελματική ανάπτυξη στα πιο πολλά χρόνια που το παιδί βρίσκεται στο δημοτικό σχολείο προσδιορίζεται από το στάδιο φαντασίας το οποίο ο Super (Hoppock, 1976 . Herr & Cramer, 1996) θεωρεί ότι εκτείνεται από την ηλικία των 4 έως την ηλικία των 10 ετών. Το στάδιο φαντασίας είναι πολύτιμο δεδομένου ότι προσφέρει στα παιδιά τη δυνατότητα να δοκιμάσουν ποικίλους ρόλους ενηλίκων χωρίς κίνδυνο. Οι ενήλικοι πρέπει να ενθαρρύνουν αυτά τα φανταστικά σχέδια των παιδιών και να μη βιάζονται να τα προσγειώσουν στην πραγματικότητα, χωρίς να ανησυχούν από αυτό που μπορεί να επιλέγουν τα παιδιά, επειδή οι προτιμήσεις που εκφράζονται κατά τη διάρκεια αυτών των ετών είναι γενικά βραχύβιες.
Στάδιο ενδιαφέροντος
Μετά τα 10 έως τα 12 έτη, οι επαγγελματικές επιλογές βασισμένες στη φαντασία λιγοστεύουν και, γενικά, αντικαθίστανται από τις προτιμήσεις που συνδέονται πιο άμεσα με τα ενδιαφέροντα. Τα παιδιά συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τι προτιμούν (ενδιαφέροντα) και τι απορρίπτουν και σιγά - σιγά αυτό μεταφράζεται σε εκπαιδευτικούς και επαγγελματικούς στόχους. Αν και ένας δωδεκάχρονος όσο και ένας επτάχρονος μπορεί να αναφέρει ότι θέλει να γίνει μπασκετμπολίστας, οι λόγοι του καθενός για την επιλογή αυτή πιθανώς διαφέρουν. Ο επτάχρονος μπορεί να δει τους μπασκετμπολίστες ως ήρωες και επομένως η επιλογή του είναι ανεξάρτητη από το ενδιαφέρον του για να παίξει μπάσκετ. Ο δωδεκάχρονος πάλι, είναι στο στάδιο ενδιαφέροντος της επαγγελματικής του ανάπτυξης και πιθανώς επιδιώκει μια σταδιοδρομία ως παίκτης του μπάσκετ επειδή το παιχνίδι αυτό είναι μια αγαπημένη του δραστηριότητα (Taylor, 1971 . Herr& Cramer, 1996).
Η έρευνα
Η μελέτη θεμάτων Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού και Συμβουλευτικής στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος προϋποθέτει καλή γνώση της διαδικασίας επαγγελματικής ανάπτυξης του ατόμου. Θέματα της διαδικασίας αυτής, όσον αφορά τη βαθμίδα δημοτικού σχολείου, παρουσιάστηκαν στο πρώτο μέρος.Γενικός σκοπός είναι η διαπίστωση του ρόλου των προτύπων στην έκφραση των επαγγελματικών προτιμήσεων των μαθητών του δημοτικού σχολείου και η αξιοποίησή τους από τους εκπαιδευτικούς.
Σε αυτό το αρχικό - πιλοτικό στάδιο σκοπός ήταν η ανίχνευση των επαγγελματικών προτύπων των μαθητών της Στ' τάξης του δημοτικού σχολείου και το κατά πόσο τα, ενδεχόμενα, επαγγελματικά πρότυπα των παιδιών λειτουργούν και ως κίνητρα των μελλοντικών επαγγελματικών τους στοχοθετήσεων. Επιπλέον σκοπός αυτής της πιλοτικής έρευνας είναι η δημιουργία σωστού εργαλείου το οποίο θα χρησιμοποιηθεί στην κύρια έρευνα.
Σημασία του ερευνώμενου θέματος
Η προσπάθεια αυτή κατατάσσεται στις διερευνητικές - περιγραφικές έρευνες 4 . Η επιλογή του χώρου του δημοτικού σχολείου και της συγκεκριμένης ηλικίας των παιδιών γίνεται διότι:- Ο ρόλος του δημοτικού σχολείου εμπίπτει στα άμεσα ενδιαφέροντα μου και θεωρώ πως είναι το αρχικό και ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο στην επαγγελματική διαπαιδαγώγηση και ανάπτυξη του ατόμου.
- Στα θέματα επαγγελματικής ανάπτυξης των παιδιών του δημοτικού σχολείου ή σε θέματα εισαγωγής του θεσμού του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού στο επίπεδο του δημοτικού σχολείου δεν υπάρχουν (στη χώρα μας) έρευνες που να μας δίνουν αξιόπιστα στοιχεία.
- Η διερεύνηση των προτύπων που επηρεάζουν τους μαθητές και λειτουργούν ως κίνητρα για τις μελλοντικές επαγγελματικές τους προτιμήσεις είναι χρήσιμη για την εκπαιδευτική διαδικασία και ειδικότερα όσον αφορά την επαγγελματική ανάπτυξη των παιδιών.
Ερευνητική υπόθεση
Υπάρχουν πρότυπα που επηρεάζουν τους μαθητές στην ηλικία της Στ' τάξης του δημοτικού σχολείου στις επαγγελματικές τους προτιμήσεις και λειτουργούν ως κίνητρα για τις μελλοντικές επαγγελματικές τους επιδιώξεις.Πεδίο πιλοτικής έρευνας
Η αρχική αυτή διερεύνηση του θέματος έγινε σε μαθητές Στ' τάξης του δημοτικού, δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων της ευρύτερης περιοχής Αττικής.Μεθοδολογία πιλοτικής έρευνας
Η διερεύνηση έγινε με αυτοσχέδιο ανώνυμο ερωτηματολόγιο (αντίγραφό του παρατίθεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ), με προσωπική επαφή και ενημέρωση των εκπαιδευτικών και των μαθητών για το σκοπό της έρευνας, το οποίο περιείχε:- εισαγωγική επιστολή,
- τις κύριες ερωτήσεις της έρευνας,
- τα δημογραφικά στοιχεία.
Τα διερευνητικά ερωτήματα που αφορούσαν την καταγραφή των απόψεων των παιδιών ομαδοποιήθηκαν στους εξής άξονες:
- Στον πρώτο άξονα ομαδοποιήθηκαν τα ερωτήματα που αφορούν την καταγραφή των απόψεων των παιδιών σε θέματα που σχετίζονται με αξίες εργασίας (εργασιακές - επαγγελματικές) αξίες.
- Στο δεύτερο άξονα ομαδοποιήθηκαν τα ερωτήματα που αφορούν την καταγραφή των απόψεων των παιδιών για τις επιθυμίες μελλοντικής επαγγελματικής σταδιοδρομίας και τις στερεοτυπικές τους αντιλήψεις σε θέματα εργασίας και εκπαίδευσης.
- Στον τρίτο άξονα ομαδοποιήθηκαν τα ερωτήματα με τα οποία συλλέγονται στοιχεία για τα κοινωνικά και επαγγελματικά πρότυπα των παιδιών και το ρόλο της οικογένειας και του σχολείου στην επαγγελματική τους ανάπτυξη.
- Ένας τέταρτος άξονας σχετίζεται με τη συλλογή δημογραφικών στοιχείων (φύλο, σπουδές και επάγγελμα γονέων).
Οι άξονες αυτοί και τα επιμέρους ερωτήματα συνθέτουν τη βασική υπόθεση της έρευνας. Η σχηματική παράσταση της δομής του ερωτηματολογίου παρουσιάζεται στο παρακάτω διάγραμμα.

Χαρακτηριστικά του δείγματος
Στην πιλοτική φάση της έρευνας το ερωτηματολόγιο απάντησαν 153 μαθητές με σκοπό την ανάλογη προσαρμογή των ερωτημάτων και των επιμέρους αξόνων του εργαλείου. Η δειγματοληψία ήταν τυχαία μεταξύ του γενικού πληθυσμού των δημοτικών σχολείων της περιοχής Αττικής. Όλα τα ερωτηματολόγια χορηγήθηκαν από 20 Σεπτεμβρίου έως 5 Οκτωβρίου 2004.Ευρήματα - σχολιασμός
Όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 1 το δείγμα αυτής της διερεύνησης αποτέλεσαν συνολικά 153 μαθητές (Ν = 153) της Στ΄ τάξης δημόσιων και ιδιωτικών δημοτικών σχολείων της Αττικής. Από αυτούς 77 (50,3%) ήταν αγόρια και 76 (49,7%) ήταν κορίτσια. Καθίσταται εμφανές ότι το δείγμα ήταν ισάριθμο ως προς το φύλο.
Για την επεξεργασία των επιμέρους δεδομένων της έρευνας χρησιμοποιήθηκε η στατιστική ταξινόμηση των επαγγελμάτων (ΣΤΕΠ - 925 ) από την οποία προέκυψε η παρακάτω ένδεκαβαθμη κωδικοποίηση των επαγγελμάτων:
Το μορφωτικό επίπεδο των γονέων περιγράφεται στους Πίνακες 3 και 4 παρακάτω:
ΠΙΝΑΚΑΣ 3: Επίπεδο σπουδών πατέρα
ΠΙΝΑΚΑΣ 4: Επίπεδο σπουδών μητέρας
Οι επαγγελματικές δραστηριότητες των γονέων, με βάση την κατηγοριοποίηση του Πίνακα 2, περιγράφονται στους Πίνακες 5 και 6 και στις Γραφικές Παραστάσεις 1 και 2 παρακάτω, απ' όπου διαπιστώνεται πως η πλειοψηφία (65,3%) για τους πατέρες είναι τεχνίτες - ειδικευμένοι εργάτες (40,5%) ή υπάλληλοι (24,8%) και για τις μητέρες (65,4%) οικιακά (42,5%) και υπάλληλοι (22,9%):
ΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ 1: Επάγγελμα πατέρα
ΠΙΝΑΚΑΣ 6: Επάγγελμα μητέρας
ΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ 2: Επάγγελμα μητέρας
Όσον αφορά τα ερωτήματα του άξονα Ι του ερωτηματολογίου τα οποία αναφέρονταν στις εργασιακές αξίες που εκφράζουν τα παιδιά - υποκείμενα της έρευνας διαπιστώθηκαν τα εξής:
Τα παιδιά διατύπωσαν και σκιαγράφησαν τις εργασιακές αξίες που διαμορφώνουν απαντώντας αρχικά στην Ερώτηση 1: Όταν μεγαλώσω θα κάνω μια δουλειά (ένα επάγγελμα) που... Τα δεδομένα των απαντήσεων παρουσιάζονται αρχικά στον Πίνακα 7 και ιεραρχημένα με βάση την απάντηση ΝΑΙ στον Πίνακα 8 παρακάτω.
ΠΙΝΑΚΑΣ 8: Όταν μεγαλώσω θα κάνω μια δουλειά (ένα επάγγελμα) που...
Ιεράρχηση με βάση το ΝΑΙ
Σε επίπεδο σύγκρισης τα δεδομένα των παραπάνω πινάκων παρουσιάζονται στη Γραφική Παράσταση 3 παρακάτω, όπου παρατηρούμε πως τα παιδιά θα επέλεγαν ένα επάγγελμα κυρίως με βάση τα ενδιαφέροντά τους, με βάση τις ικανότητές τους, με βάση την κοινωνική χρησιμότητα αυτού του επαγγέλματος και με βάση τις οικονομικές του απολαβές. Σε μεγάλο ποσοστό επίσης θα τους ενδιέφερε να έχουν μια μόνιμη δουλειά ή να έχουν μια δουλειά με την οποία θα ταξιδεύουν συχνά ή θα τους καταστήσει διάσημους.
Παράλληλα τα παιδιά διατύπωσαν απόψεις οι οποίες σχετίζονται με εργασιακές αξίες. Τα δεδομένα παρουσιάζονται στην παρακάτω Γραφική Παράσταση 4 απ' όπου φαίνεται πως, σε σχέση και με το προηγούμενο ερώτημα, τα παιδιά έχουν μια σταθερή γνώμη για την κοινωνική χρησιμότητα των επαγγελμάτων (77,1% Συμφωνώ: Πιο σημαντικό από τα χρήματα είναι η δουλειά σου να σε κάνει χρήσιμο (ή χρήσιμη) στην κοινωνία). Επίσης παρουσιάζεται (αν και περισσότερο ως αναγκαιότητα εξ' αιτίας της διατύπωσης του ερωτήματος (άποψης) η αξία των σπουδών και της εκπαίδευσης (69,3%) ή η κοινωνική αίγλη της εκπαίδευσης και των σπουδών (43,8%).
Ιεράρχηση με βάση το «συμφωνώ»
Κλίμακα: Συμφωνώ - Μπορεί (=ίσως) - Δεν έχω γνώμη - Διαφωνώ
Στα ερωτήματα σχετικά με τις επιθυμίες μελλοντικής επαγγελματικής σταδιοδρομίας των παιδιών και τις στερεοτυπικές τους αντιλήψεις σε θέματα εργασίας και εκπαίδευσης παρατηρούνται τα παρακάτω:
Τα παιδιά στην ερώτηση: Τι θα ήθελες να γίνεις... δηλώνουν τις προτιμήσεις τους οι οποίες έχουν ταξινομηθεί με βάση τις κατηγορίες του Πίνακα 2. Στον Πίνακα 9 παρακάτω και τη σχετική Γραφική Παράσταση 5 παρουσιάζονται τα δεδομένα:
ΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ 5: Γράψε ποια δουλειά (επάγγελμα) θα ήθελες (θα σου άρεσε) να κάνεις...
Ιεραρχικά
Σύμφωνα με τα παραπάνω σε ένα ποσοστό 41,8% τα παιδιά ενδιαφέρονται και δηλώνουν πως θα προτιμούσαν να ασχοληθούν με επιστημονικά και ελεύθερα επαγγέλματα (κατηγορία Α). Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, με βάση τη ΣΤΕΠ 92, δηλωθέντα επαγγέλματα όπως: γιατρός (γενικά), φαρμακοποιός, ζωγράφος, μηχανολόγος ΗΥ, πολιτικός μηχανικός, δικηγόρος - δικαστικός, διπλωμάτης, αστροφυσικός, ψυχολόγος. Ποσοστό 13,1% επιθυμεί σταδιοδρομία στο χώρο της εκπαίδευσης (έχουν ενταχθεί όλα τα εκπαιδευτικά επαγγέλματα). Το 26,1% θέλει σταδιοδρομία στην κατηγορία Γ΄ στην οποία με βάση τη ΣΤΕΠ 92 κατατάσσονται και οι αμειβόμενοι αθλητές (ποδοσφαιριστές, καλαθοσφαιριστές κ.ά.) που απετέλεσαν και την πλειοψηφία των δηλούμενων επιθυμιών σε αυτήν την κατηγορία, οι τραγουδιστές κ.ά.
Παράλληλα ζητήθηκε από τα παιδιά να επιλέξουν από έναν συγκεκριμένο κατάλογο επαγγελμάτων πόσο θα επιθυμούσαν να εξασκήσουν κάθε επάγγελμα με την ερώτηση: Ας υποθέσουμε ότι «πατώντας ένα κουμπί» κάνεις όποιο επάγγελμα θέλεις αυτή τη στιγμή. Σημείωσε σε καθένα από τα επαγγέλματα που υπάρχουν στον παρακάτω πίνακα πόσο θα ήθελες να το κάνεις.
Τα δεδομένα παρουσιάζονται αρχικά στον Πίνακα 10 ως προς τη δήλωση επιθυμίας «πάρα πολύ» ιεραρχούνται ως προς αυτή τη δήλωση στον Πίνακα 11.
ΠΙΝΑΚΑΣ 11: Θα ήθελα πάρα πολύ να γίνω...
Ιεράρχηση με βάση την επιθυμία «πάρα πολύ»
Όσον αφορά τις στερεοτυπικές αντιλήψεις των παιδιών σχετικά με τις «ανδρικές» και «γυναικείες» επαγγελματικές δραστηριότητες τα παιδιά κλήθηκαν να απαντήσουν αν συμφωνούν ή διαφωνούν, με επιλογή ΝΑΙ - ΟΧΙ, σε μια σειρά από δηλώσεις. Τα δεδομένα παρουσιάζονται παρακάτω στον Πίνακα 12 και τη Γραφική Παράσταση 6. Παρατηρούμε πως οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για το φύλο στα παιδιά δεν έχουν γενικά αρνητική φόρτιση εκτός από κάποιες εξαιρέσεις (βλ. Γραφική Παράσταση 6: Δ, Ε-οριακά, Λ-οριακά).
ΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ 6: Απάντησε (Ναι) αν συμφωνείς ή (Όχι) αν διαφωνείς με τις παρακάτω γνώμες:
Όσον αφορά τα ερωτήματα με τα οποία συλλέγονται στοιχεία για τα πρότυπα των παιδιών, το ρόλο της οικογένειας και του σχολείου στην επαγγελματική τους ανάπτυξη, αρχικά, με ερώτηση: Από πού άκουσες, είδες, έμαθες όσα ξέρεις για τη δουλειά (επάγγελμα) που θα σου άρεσε να κάνεις, κωδικοποιήθηκαν οι απαντήσεις των παιδιών ως εξής:
Με βάση αυτήν την κωδικοποίηση προέκυψαν τα παρακάτω στοιχεία από την επεξεργασία των δεδομένων τα οποία παρουσιάζονται παρακάτω στον Πίνακα 14. Από τα δεδομένα αυτά τα παιδιά φαίνεται να μαθαίνουν για τα επαγγέλματα που τα ενδιαφέρουν από τα ΜΜΕ (33,3%) και το οικογενειακό τους περιβάλλον (32,7%), από κάποιον που κάνει (ασκεί) το επάγγελμα που τα ενδιαφέρει (ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον) σε ποσοστό 18,3% και τέλος σε ποσοστό μόλις 10,5% τα παιδιά δηλώνουν πως πληροφορούνται για τα επαγγέλματα που τους κινούν ενδιαφέρον από το σχολείο και τους δασκάλους τους (ευρύτερα).
Ίσως για το λόγο αυτό (την έλλειψη [;] ενημέρωσης από το σχολείο) εμφανίζεται ενισχυμένος ο ρόλος της οικογένειας αφού σε ποσοστό 77,8% τα παιδιά δηλώνουν πως συζητούν με τους γονείς τους για το επάγγελμα που θα κάνουν στο μέλλον (Πίνακας 15) και σε ποσοστό 79,1% δηλώνουν πως οι γονείς θέλουν να διαλέξουν μόνα τους τα παιδιά (άραγε με ποια πληροφόρηση;) το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν (Πίνακας 16).
Πίνακας 16: Οι γονείς σου θέλουν να διαλέξεις εσύ το επάγγελμα που θα ήθελες να κάνεις στο μέλλον;
Τέλος ζητήθηκε από τα παιδιά να δηλώσουν (ΝΑΙ - ΟΧΙ) αν έχουν κάποιο είδωλο - πρότυπο, κάποιο πρόσωπο που θαυμάζουν και θα ήθελαν όταν μεγαλώσουν να του μοιάσουν. Τα αποτελέσματα καταγράφονται στον Πίνακα 17, όπου φαίνεται πως η πλειοψηφία των παιδιών (65,4%) έχουν κάποιο είδωλο - πρότυπο. Στον Πίνακα 18 έχει γίνει κατάταξη των επαγγελμάτων που ασκούν τα είδωλα - πρότυπα των παιδιών, με βάση την κατηγοριοποίηση του Πίνακα 2 από τη ΣΤΕΠ 92. Από αυτόν τον πίνακα καθίσταται εμφανές πως τα περισσότερα παιδιά θαυμάζουν και έχουν ως πρότυπα πρόσωπα του καλλιτεχνικού και αθλητικού χώρου (Κατηγορία Γ, 64 επιλογές = ποσοστό 41,8%. Από τις 64 επιλογές σε αυτήν την κατηγορία και οι 64 αφορούν ποδοσφαιριστές και τραγουδιστές). Παρατηρώντας τον Πίνακα 19 φαίνεται πως τα είδωλα - πρότυπα των παιδιών μετουσιώνονται και σε επαγγελματικά πρότυπα αφού το 51,6% των παιδιών δηλώνει πως θέλει, στο μέλλον, να κάνει την ίδια δουλειά με το είδωλο - πρότυπο με το οποίο ταυτίζεται.
Πίνακας 18: Τι δουλειά (επάγγελμα) κάνει το είδωλό σου;
Πίνακας 18: Θα ήθελες να κάνεις, όταν μεγαλώσεις, την ίδια δουλειά με το είδωλο που θαυμάζεις;
Συζήτηση - Συμπεράσματα
Η αρχική αυτή διερεύνηση του υπό συζήτηση θέματος έδωσε αρκετά στοιχεία για σχολιασμό και επεξεργασία. Παράλληλα εντοπίστηκαν τα σημεία τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης και τα σημεία εμπλουτισμού και βελτίωσης του εργαλείου για μια δεύτερη πιλοτική και μετά την τελική εφαρμογή.Βασική υπόθεση ήταν πως υπάρχουν πρότυπα που επηρεάζουν τους μαθητές στην ηλικία της Στ΄ τάξης του δημοτικού σχολείου στις επαγγελματικές τους προτιμήσεις και λειτουργούν ως κίνητρα για τις μελλοντικές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές τους επιδιώξεις.
Από τη διερεύνηση καθίσταται εμφανές πως τα πρότυπα του κοινωνικού περιβάλλοντος αναλαμβάνουν πολλές φορές το ρόλο του καθοδηγητή και τα παιδιά μπορούν να μιμηθούν το γονέα, έναν δάσκαλο, έναν αθλητή ή ένα τηλεοπτικό αστέρα. Η διαδικασία της μίμησης του προτύπου φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική και πιο σταθερή όταν το πρότυπο μοιάζει με τον παρατηρητή, διαθέτει κοινωνικό γόητρο και ανώτερη κοινωνική δύναμη ή κατέχει ειδικές γνώσεις (Bandura, 1997).
Οι επαγγελματικές προτιμήσεις που εκφράζουν τα παιδιά απεικονίζουν την εμπειρία και τη γνώση τους. Έχουν μικρή γνώση των εμποδίων ή των απαιτήσεων για είσοδο στην αγορά εργασίας και κυρίως προσανατολίζονται προς τις κυρίαρχες και συνήθεις επαγγελματικές δραστηριότητες (Super & Sverko, 1995 . Golombok & Fivush, 1996).
Στο στάδιο αυτό φαίνεται πως οι επιλογές των παιδιών είναι πρόωρες και μοιάζουν περισσότερο με ένα παιχνίδι φαντασίας. Προέρχονται αρχικά από τα επαγγελματικά πρότυπα που παρέχουν οι γονείς ή συγγενείς - γνωστοί και φίλοι ενώ καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν οι επιλογές φαίνεται πως τείνουν να βασιστούν στα επαγγέλματα των ηρώων ή ειδώλων τους. Οι κοινές επαγγελματικές επιλογές περιλαμβάνουν τον ποδοσφαιριστή, τον τηλεοπτικό αστέρα, το δάσκαλο και το γιατρό. Τα περισσότερα αγόρια επιλέγουν επαγγέλματα δράσης ή επαγγέλματα που απαιτούν φυσική δύναμη και τα περισσότερα κορίτσια εκφράζουν μια προτίμηση για τα ανθρωπιστικά επαγγέλματα (βλ. και Seligman, 1994). Οι εργαζόμενοι που φαίνονται ισχυροί, επιδέξιοι, γενναίοι και προσανατολισμένοι στη δράση είναι ιδιαίτερα ελκυστικοί στα παιδιά αυτής της ηλικίας. Αυτές οι επιλογές έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με τις ικανότητες ή τις δραστηριότητες των παιδιών αλλά, μάλλον, απεικονίζουν την τάση τους να προσανατολιστούν σε κάτι που θεωρούν συναρπαστικό και ευχάριστο (Super & Sverko, 1995).
Βέβαια η αναπτυξιακή ετοιμότητα και η συγκρότηση γνωστικών δομών έχουν σημασία στην απόκτηση των πληροφοριών σταδιοδρομίας. Η γνώση των παιδιών αυξάνει όσο μεγαλώνουν και συνειδητοποιούν τη μεγάλη ποικιλία των επαγγελμάτων. Αυτή η γνώση μπορεί να προέλθει από βιβλία, ταινίες, την τηλεόραση καθώς επίσης και μέσω της άμεσης παρατήρησης των εργαζομένων. Όμως κυρίως στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, αλλά και στον έντυπο τύπο ή τα σχολικά εγχειρίδια, ακόμα και σήμερα, παρουσιάζεται μια στρεβλή εικόνα του κόσμου της εργασίας στον οποίο ως επαγγελματικά επιτυχημένοι παρουσιάζονται τα διευθυντικά στελέχη σε επαγγέλματα υπηρεσιών ή τα ειδικευμένα στελέχη σε εμπόρια και τα στελέχη γραφείου ή ΜΜΕ τα οποία κυρίως είναι άνδρες ενώ οι γυναίκες παρουσιάζονται στους παραδοσιακούς ρόλους (Σιδηροπούλου, 1995 . Golombok & Fivush, 1996). Τα τελευταία χρόνια, συνειδητές προσπάθειες και φωνές έχουν οδηγήσει στην απεικόνιση ενός ευρύτερου φάσματος επαγγελμάτων των λιγότερο παραδοσιακών ρόλων για τους άνδρες και τις γυναίκες στην τηλεόραση και στον τύπο. Σήμερα, οι γυναίκες απεικονίζονται ως δικηγόροι, παθολόγοι και δημοσιογράφοι και οι άνδρες απεικονίζονται στους ρόλους του δασκάλου και του εργάτη καθώς επίσης και στους παραδοσιακότερους ρόλους, όχι όμως εύκολα και συχνά σε «κόντρα» ρόλους π.χ. να φροντίζουν το σπίτι (Σιδηροπούλου, 1996). Παρ' όλα αυτά στη συγκεκριμένη έρευνα δεν διακρίνονται ακραίες στερεοτυπικές αντιλήψεις παρ' ότι οι απόψεις των παιδιών για το φύλο είναι πιθανό να είναι άκαμπτες σ' αυτήν την ηλικία (βλ. και Seligman, 1994), ανεξάρτητα από το οικογενειακό υπόβαθρο. Αυτή η ακαμψία φαίνεται να είναι μια άλλη αντανάκλαση της ανάγκης των παιδιών για καθοδήγηση και συγκεκριμενοποίηση. Σε αυτήν την προσπάθεια ανίχνευσης του ρόλου του φύλου και της ακόλουθης προσκόλλησης σε στερεοτυπικές αντιλήψεις οι δάσκαλοι βλέπουμε συχνά τα αγόρια να τείνουν να υπογραμμίσουν τις επιθετικές και αθλητικές πλευρές τους, ενώ τα κορίτσια να εμφανίζουν αισθητικά και λεκτικά ενδιαφέροντα.
Οι αξίες, καθώς επίσης και τα ενδιαφέροντα, φαίνεται πως είναι ένας σημαντικός καθοριστικός παράγοντας της επαγγελματικής προτίμησης - επιλογής των παιδιών. Στο στάδιο αυτό της επαγγελματικής τους ανάπτυξης φαίνεται πως τα παιδιά προσανατολίζονται προς τις κοινωνικές αξίες καθώς μπορούν πια να κατανοήσουν αφηρημένες έννοιες. Οι επαγγελματικές αξίες των παιδιών φαίνεται να αφορούν την επαγγελματική θέση και το γόητρο, τις συνθήκες εργασίας και τις ευκαιρίες για την ανεξαρτησία.
Τα παιδιά φαίνεται να αναπτύσσουν κάποια άποψη για το κοινωνικό γόητρο των επαγγελμάτων. Μάλλον τα παιδιά σε αυτό το στάδιο προσδιορίζουν τις μελλοντικές επαγγελματικές τους επιλογές αποκλείοντας επαγγέλματα που θεωρούν ότι έχουν χαμηλό γόητρο ή και εισόδημα ή φαίνεται να είναι ασυμβίβαστο με την αντίληψη που έχουν για την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουν ή θέλουν να περάσουν.
Από τη διερεύνηση αυτή φαίνεται πως τα περισσότερα παιδιά αποδίδουν την υψηλότερη θέση στα επαγγέλματα όπως ο γιατρός, ο δικηγόρος κ.ά. που θεωρούν πως έχουν εξέχουσα θέση στην κοινωνία. Αντιλαμβάνονται τα επαγγέλματα που περιλαμβάνουν τη χειρωνακτική εργασία ή έναν σκληρό τρόπο ζωής (π.χ., εργάτης, αγρότης) με χαμηλό γόητρο. Τα παιδιά φαίνεται να έχουν σαφή ιδέα των μισθών που συνδέονται με πολλά επαγγέλματα και το θέμα αυτό μάλλον είναι σημαντικός παράγοντας στον καθορισμό των επαγγελματικών ονειροπολήσεών τους.
Περαιτέρω έρευνα απαιτείται για να εντοπίσει:
- αν οι διατυπωθείσες απόψεις - ενδείξεις είναι πραγματικά αντιπροσωπευτικές,
- αν υπάρχουν πραγματικά στατιστικές διαφορές μέσω σειράς ανεξάρτητων μεταβλητών, όπως το φύλο των παιδιών, η εθνική καταγωγή και η κοινωνικοοικονομική θέση στις επαγγελματικές ταξινομήσεις και επιλογές λόγω γοήτρου που κάνουν τα παιδιά.
Από την ολοκληρωμένη έρευνα θα έχουμε αρκετά ασφαλή συμπεράσματα για την εφαρμογή του Σ.Ε.Π. στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (στο δημοτικό σχολείο) λαμβάνοντας υπόψη τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των παιδιών του δημοτικού σχολείου.
1 Εισήγηση - παρουσίαση πιλοτικής έρευνας στο Πανελλήνιο Συνέδριο Γνωστικής Ψυχολογίας: Η ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ: ΓΕΦΥΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ, Αλεξανδρούπολη, 4 - 7 Νοεμβρίου 2004. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης - Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης.
2 Σ.Ε.Π. = Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός
3 ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (1993): Έγγραφο ΔΟΕ στο Π.Ι. προς τον Υπεύθυνο του Τομέα Σ.Ε.Π. (κ. Στ. Τζέπογλου), ΑΠ: 24 -14/7/1993 για τον Σ.Ε.Π. στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
4 Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1993α), σ. 131
5 Για το προσδιορισμό της επαγγελματικής δραστηριότητας βασική πηγή πληροφοριών απετέλεσε το βιβλίο ΣΤΕΠ - 92 το οποίο καλύπτει σε μεγάλο βαθμό το πλήθος των επαγγελματικών ειδικοτήτων. Το βιβλίο αυτό είναι έκδοση της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bandura, A. (1997). Self-Efficacy: The Exercise of Control. USA: W. H. Freeman and Company.Bandura, A. (1995). Self-Efficacy in Changing Societies. USA: Cambridge University Press.
Γκότοβος, Α.Ε. (1990). Κοινωνικής Μάθησης Θεωρία. Λήμμα στο: Παιδαγωγική Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια - Λεξικό. Τόμος 5, σελ. 2704. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Δημητρόπουλος, Ε. Γ. και ομάδα εργασίας (2000). Επέκταση λειτουργιών του θεσμού «Συμβουλευτική - Προσανατολισμός» στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Έργο 3: Παραγωγή παιδαγωγικού υλικού για την εφαρμογή της συμβουλευτικής και του προσανατολισμού στην εκπαίδευση. Ενέργεια 1.1.ε: «Επαγγελματικός Προσανατολισμός». Αθήνα: ΕΠΕΑΕΚ/ Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Δημητρόπουλος, Ε. Γ. (1998). Συμβουλευτική και Συμβουλευτική Ψυχολογία. (1) Συμβουλευτική - Προσανατολισμός - Επαγγελματική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
Δημητρόπουλος, Ε., & Μπακατσή, Ρ. (1996). Ο θεσμός «Συμβουλευτική - Προσανατολισμός» στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση στη χώρα μας - Μια πρόταση - πλαίσιο. Στο περιοδικό: Η λέσχη των εκπαιδευτικών. Τ. 14, Ιούνιος - Αύγουστος 1996, σ. 26 - 28. Αθήνα: Σ. Πατάκης Α.Ε.
Drummond, R. J., & Ryan, C. W. (1995). Career Counseling: A developmental approach. USA: Prentise - Hall, Inc.
Erickson, E., H. (1975). Παιδική ηλικία και κοινωνία. Αθήνα: Καστανιώτη.
Golombok, S., & Fivush, R. (1996). Gender Development. USA: Cambridge University Press.
Gyspers, N. C., Heppner, M. J., Johnston, J. A., (1998). Career Counseling. Process, Issues and Techniques. USA: Allyn & Bacon.
Herr, E. L., Cramer, S. H. (1996): Career Guidance and Counseling through the life span: systematic approaches. (5th ed). USA: HarperCollins Publishers Inc.
Hoppock, R. (1976). Occupational Information. USA: McGraw-Hill Inc.
Isaacson, L. E., & Brown, D. (1993). Career Information, Career Counseling, and Career Development. (5th ed.). USA: Allyn & Bacon.
Κάντας, Α., Χαντζή, Α, (1991). Ψυχολογία της Εργασίας. Θεωρίες Επαγγελματικής Ανάπτυξης. Στοιχεία Συμβουλευτικής. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κασσωτάκης, Μ. Ι. (1981). Η πληροφόρηση για τις σπουδές και τα επαγγέλματα. Μεθοδολογία του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
Κολιάδης, Ε. Α. (1995). Θεωρίες Μάθησης και Εκπαιδευτική Πράξη. Τόμος Β΄. (γ΄ έκδοση). Αθήνα: αυτοέκδοση.
Κολιάδης, Ε. Α. (1990). Κοινωνικογνωστικές Θεωρίες Μάθησης. Λήμμα στο: Παιδαγωγική Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια - Λεξικό. Τόμος 5, σελ. 2709. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Κρασσάς, Κ. Σ. (2001). Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και η σημασία της στη διαδικασία επαγγελματικής ανάπτυξης του ατόμου. Διερεύνηση των θέσεων των εκπαιδευτικών (γενικής και ειδικής αγωγής). Διπλωματική εργασία Μεταπτυχιακού Προγράμματος Συμβουλευτικής & Επαγγελματικού Προσανατολισμού, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα.
Κωσταρίδου - Ευκλείδη, Α. (1997). Ψυχολογία των κινήτρων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μαλικιώση- Λοΐζου, Μ. (1994). Συμβουλευτική Ψυχολογία. (β΄ έκδοση). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μάνος, Κ. Γ. (1991). Ψυχοπαιδαγωγική Συμβουλευτική Ι. (θεωρία). Αθήνα: αυτοέκδοση.
Μιχαηλίδης - Νουάρος, Α. (1967).Ο Επαγγελματικός Προσανατολισμός - Κεντρικό πρόβλημα της Παιδείας μας. Ανάτυπο από τα «Χρονικά» του Πειραματικού Σχολείου του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου της Θεσσαλονίκης. Τόμος Κ', Τεύχος 79 - 80.
Μπρούζος, Α. (1995). Ο Εκπαιδευτικός ως λειτουργός Συμβουλευτικής -Προσανατολισμού. Μια ανθρωπιστική θεώρηση της εκπαίδευσης. Αθήνα: Εκδόσεις Λύχνος.
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1993α). Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας. Τόμος 1. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1993β). Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας. Τόμος 2. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1993γ). Στατιστική εφαρμοσμένη στις επιστήμες της συμπεριφοράς. Τόμος Β΄: Επαγωγική στατιστική. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1990). Στατιστική εφαρμοσμένη στις επιστήμες της συμπεριφοράς. Τόμος Α΄: Περιγραφική στατιστική. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1985α). Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση. Τόμος 1. Προσχολική ηλικία. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1985β). Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση. Τόμος 2. Προσχολική ηλικία. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1985γ). Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση. Τόμος 3. Σχολική ηλικία. Αθήνα (αυτοέκδοση).
Pervin, L. A., & John, O. P. (1997). Personality: Theory and Research. (7th ed.). USA: John Wiley & Sons, Inc.
Piaget, J. - Inhelder, B. (1990). Η ψυχολογία του παιδιού (Μετάφραση: Κωνσταντίνος Κίτσος). Αθήνα: Ι. Ζαχαρόπουλος.
Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2002). Επαγγελματική αξιολόγηση και καθοδήγηση. (διδακτικές σημειώσεις). Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2001). Μετρήσεις ειδικών διαφερόντων, κλίσεων και ικανοτήτων. (διδακτικές σημειώσεις). Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2001). Συμβουλευτική & Επαγγελματικός Προσανατολισμός. (διδακτικές σημειώσεις). Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (2000). Επαγγελματική Συμβουλευτική και Καθοδήγηση. Αθήνα: ISS ΕΠΕ.
Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (1996). Επαγγελματικός Προσανατολισμός και Συμβουλευτική: Διαδικασία προληπτική ή θεραπευτική; Στο ανθολόγιο: Μπουλουγούρης, Γ. (Επιμέλεια Έκδοσης): Θέματα Γνωσιακής και Συμπεριφοριστικής Θεραπείας, τ. Γ, σσ. 94 - 105. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Σιδηροπούλου - Δημακάκου, Δ. (1995). Διαφορές στις επαγγελματικές επιλογές των δύο φύλων. Περιοδικό: Τα Εκπαιδευτικά, τ. 36, σσ. 106 - 115. Αθήνα: Τα Εκπαιδευτικά.
Seligman, L. (1994). Developmental Career Counseling and Assessment. (2nd Edition). USA: Sage Publications, Inc.
Super, D. E. & Sverko, B. (1995). Life Roles, Values, and Careers. USA: Jossey-Bass Publishers.
Taylor, H. J. (1971). School Counselling. Basingstoke & London: Macmillan Education Ltd.
Tyler, L. E. (1969). The work of the Counselor. (Third Edition). Englewood Cliffs, New Jersey: Prentice -Hall, Inc.
Τζέπογλου, Στ. (1998). Εισαγωγικές Επισημάνσεις. Στο ανθολόγιο: Κωνσταντινίδου, Τ. (επιμέλεια έκδοσης): Συμβουλευτική & Επαγγελματική Αγωγή: Κύπρος - Ελλάδα - Ευρώπη, σ. 33, Λευκωσία: Υπηρεσία Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής - Δ/νση Μέσης Εκπαίδευσης - Υπουργείο Παιδείας & Πολιτισμού Κύπρου.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
(ΕΠΙΣΤΟΛΗ & ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ)
Linking and trackbacks
When linking to this weblog entry, please use the 'permalink', which is http://www.guidance-europe.org/country/GREECE/greekblog/entries/8599852102